Ο Άδωνις Γεωργιάδης επιτέθηκε χυδαία σε δημοσιογράφους που του έθεσαν ερωτήματα για υπόθεση αρμοδιότητας του υπουργείου του. Τους αποκάλεσε «κομπογιαννίτες», ενώ την ίδια ημέρα, απευθυνόμενος σε άλλον δημοσιογράφο, τον ρώτησε αν «έχει πάρει κανένα μπάφο». Στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών ρωτήσαμε ευθέως αν η κυβέρνηση αποδοκιμάζει αυτή τη συμπεριφορά.
Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου, Παύλου Μαρινάκη, δεν περιείχε καμία καταδίκη του υπουργού. Αντίθετα, ξεκίνησε παραθέτοντας όσα θεωρεί η κυβέρνηση θετικά για τη σχέση της με τον Τύπο, από την Task Force και τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα μέχρι τα μητρώα Τύπου. Για το ίδιο το περιστατικό μίλησε για «όξυνση του διαλόγου», «ιδιαίτερη φόρτιση» και «ανέβασμα των τόνων».
Η διατύπωση αυτή, όμως, εξισώνει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Οι δημοσιογράφοι έθεσαν ερωτήματα σε έναν υπουργό. Ο υπουργός ήταν εκείνος που απάντησε με προσωπικούς χαρακτηρισμούς.
Επαναφέραμε λοιπόν το ερώτημα, ζητώντας από την κυβέρνηση να πει καθαρά αν αποδοκιμάζει τον Άδωνι Γεωργιάδη ή αν τον καλύπτει. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε και πάλι να απαντήσει επί της ουσίας και μετέφερε τη συζήτηση ακόμη και στα Τέμπη. Σε τρίτη ερώτηση, για ποιον λόγο αρνείται να καταδικάσει μια τέτοια επίθεση σε δημοσιογράφους, απάντησε ότι «δεν έχει κάτι άλλο να προσθέσει».
Τρεις φορές τέθηκε το ίδιο ερώτημα. Τρεις φορές δεν ακούστηκε ούτε μία λέξη κριτικής για τη συμπεριφορά του υπουργού.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο ένα επεισόδιο έντασης. Αφορά το αν μια κυβέρνηση θεωρεί αποδεκτό ένας υπουργός να επιτίθεται προσωπικά σε δημοσιογράφους όταν αυτοί ασκούν τον θεσμικό τους ρόλο και του ζητούν απαντήσεις. Και σε αυτό το ερώτημα, η στάση της κυβέρνησης ήταν σαφής ακριβώς μέσα από την άρνησή της να αποδοκιμάσει τον υπουργό.
