Το Ιράν βρίσκεται σε αναταραχή. Σε όλη τη χώρα πραγματοποιούνται διαδηλώσεις διαφορετικής έντασης, με τη βία να κλιμακώνεται και με διαδηλωτές και αστυνομικούς να βρίσκονται στα νεκροτομεία. Αυτό που ξεκίνησε από στάσεις εργασίας και διαδηλώσεις για τον πληθωρισμό συγκέντρωσε ένα εύρος δυσαρέσκειας, με γυναίκες και νέους ανθρώπους να είναι απογοητευμένοι από ένα σύστημα που είναι ανίκανο να διαφυλάξει την ευζωία τους. Το Ιράν βρίσκεται υπό παρατεταμένη οικονομική πολιορκία και δέχεται άμεσες επιθέσεις από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ όχι μόνο εντός των συνόρων του, αλλά και σε όλη τη Δυτική Ασία (συμπεριλαμβανομένων των διπλωματικών του θυλάκων στη Συρία). Αυτός ο οικονομικός πόλεμος που διεξάγεται από τις ΗΠΑ διαμόρφωσε την κατάσταση γι’αυτή την αναταραχή, όμως η ίδια η αναταραχή δεν στρέφεται απέναντι στην Ουάσινγκτον αλλά στην κυβέρνηση της Τεχεράνης.
Υπάρχουν αναφορές, όπως εκείνη της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz του Οκτωβρίου 2025 για τις ισραηλινές «επιχειρήσεις επιρροής που στοχεύουν στην εγκαθίδρυση του Ρεζά Παχλαβί ως Σάχη του Ιράν», ότι οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών παίζουν ρόλο στις διαδηλώσεις, ενώ οι ΗΠΑ έχουν δηλώσει ανοιχτά προς τους διαδηλωτές ότι θα βομβαρδίσουν την Τεχεράνη εάν κλιμακωθεί η βία της κυβέρνησης. Πέρυσι πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε δώδεκα διυλιστήρια πετρελαίου στο Νότιο Παρς, όπου 5.000 συμβασιούχοι εργάτες του Συνδικάτου Εργατών των Διυλιστηρίων Μπουσέρ διαδήλωσαν με τις οικογένειές τους στις 9 Δεκεμβρίου στην Ασαλουγιέ, απαιτώντας υψηλότερους μισθούς και καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Όταν οι εργάτες έφεραν τον αγώνα τους στο Εθνικό Κοινοβούλιο της Τεχεράνης, όπου κάλεσαν σε τερματισμό του συστήματος των συμβάσεων, οι Ισραηλινοί και οι ΗΠΑ εκμεταλλεύτηκαν αυτές τις ειλικρινείς διαδηλώσεις ώστε να προσπαθήσουν να μετατρέψουν έναν βάσιμο αγώνα σε μία πιθανή επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος.
Για να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, παρατίθενται έξι σημεία ιστορικής σημασίας που παρέχονται για το πνεύμα της συζήτησης. Από το 1979, το Ιράν έχει παίξει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη κίνηση προς την υπέρβαση των μοναρχιών στον αραβικό και στον μουσουλμανικό κόσμο, ενώ έχει υπάρξει ένας σημαντικός υπερασπιστής του αγώνα των Παλαιστινίων. Το Ιράν έχει γνωρίσει καλά τις ξένες επεμβάσεις, ξεκινώντας από τον βρετανικό έλεγχο του πετρελαίου του Ιράν από το 1901, την Αγγλο-Ρωσική Σύμβαση του 1907 που διαίρεσε το Ιράν σε σφαίρες επιρροής, το πραξικόπημα του 1921 που εγκαθίδρυσε τον Ρεζά Χαν στο θρόνο, το πραξικόπημα του 1953 που εγκαθίδρυσε τον γιο του Μοχάμεντ Ρεζά Σαχ Παχλαβί στο θρόνο και, έπειτα, τον υβριδικό πόλεμο απέναντι στην Ιρανική Επανάσταση από το 1979 μέχρι σήμερα:
- Η Ιρανική Επανάσταση του 1978-79 ανέτρεψε την εξουσία του Σάχη του Ιράν Ρεζά Παχλαβί και, λόγω της ισχύος του θρησκευτικού κλήρου και των πολιτικών του σχηματισμών, οδήγησε στη δημιουργία της Ισλαμικής Δημοκρατίας τον Απρίλιο του 1979, με το Σύνταγμα της Ισλαμικής Δημοκρατίας να τίθεται σεσ ισχύ τον Δεκέμβριο του 1979. Τα άλλα ρεύματα της επανάστασης (από την κομμουνιστική Αριστερά μέχρι τους φιλελεύθερους) βρέθηκαν σε μεγάλο βαθμό οριοθετημένα και ακόμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, καταπιεσμένα. Οι διαδηλώσεις του Μαρτίου του 1979 για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στην Τεχεράνη ακολούθησαν τους περιορισμούς στα δικαιώματα των γυναικών (ιδιαίτερα σε σχέση με την υποχρεωτικότητα στο χιτζάμπ), πράγμα που οδήγησε την κυβέρνηση να αποδεχτεί τα αιτήματα των διαδηλώσεων, όμως αυτή ήταν μία βραχεία νίκη, καθώς το 1983 τέθηκε σε ισχύ ένας νόμος που καθιστούσε το χιτζάμπ υποχρεωτικό.
- Η Επανάσταση ακολούθησε το στρατιωτικό πραξικόπημα του Ζία ουλ-Χακ στο Πακιστάν το 1977, την Επανάσταση του Σαούρ στο Αφγανιστάν (Αύγουστος 1978), τη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Κόμματος Υεμένης (Οκτώβριος 1978) που έφερε τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Υεμένης εντός της σοβιετικής σφαίρας και που οδήγησε στον πόλεμο Βορρά-Νότου στην Υεμένη (Φεβρουάριος-Μάρτιος 1979) και την κατάληψη της εξουσίας από τον Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ τον Ιούλιο του 1979. Ολόκληρη η περιοχή της νοτιοδυτικής και της κεντρικής Ασίας οδηγούνταν σε πολιτικές ανατροπές. Ορισμένες από αυτές τις εξελίξεις (Πακιστάν, Ιράκ) παρείχαν πλεονεκτήματα στις ΗΠΑ, ενώ οι άλλες (Αφγανιστάν, Ιράν, Υεμένη) βρίσκονταν απέναντι στους στόχους των ΗΠΑ στην περιοχή. Πολύ γρήγορα, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να προωθήσουν τις επιδιώξεις τους προσπαθώντας να ανατρέψουν την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Υεμένης και τη Λαοκρατική Δημοκρατία του Αφγανιστάν.
- Η πίεση από τις ΗΠΑ προς αυτές τις διαδικασίες οδήγησε σε μία εμπόλεμη κατάσταση σε αυτές τις τρεις χώρες: οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Κόλπο πίεσαν το Ιράκ να εισβάλλει απρόκλητα στο Ιράν τον Σεπτέμβριο του 1980, ξεκινώντας έναν πόλεμο που διήρκεσε μέχρι το 1988. Τα αραβικά κράτη του Κόλπου πίεσαν τη Βόρεια Υεμένη να εισβάλλει στη Νότια Υεμένη ύστερα από τη δολοφονία του Σαλίμ Ρουμπάγια Αλί, ενός μαοϊκού που διαπραγματευόταν την ένωση των δύο κρατών της Υεμένης. Εν τέλει, στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν να χρηματοδοτούν τους μουτζαχεντίν για να εκκινήσουν μία εκστρατεία δολοφονίας των στελεχών του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος του Αφγανιστάν. Το Ιράν, το Αφγανιστάν και η Υεμένη είδαν τα κοινωνικά τους εγχειρήματα να περιορίζονται από τις εξωτερικές επιθέσεις που δέχτηκαν. Το Αφγανιστάν βρέθηκε σε πάνω από σαράντα χρόνια τρομερής βίας και πολέμου, παρ’όλο που η Λαοκρατική Δημοκρατία του Αφγανιστάν παρέμεινε στην εξουσία για 18 χρόνια. Η μαρξιστική κυβέρνηση της Νότιας Υεμένης παρέμεινε μέχρι το 1990, αλλά ήταν μία σκιά των ίδιων της των προσδοκιών. Το Ιράν, στο μεταξύ, είδε την Ισλαμική του Δημοκρατία να επιβιώνει μίας σκληρής πολιτικής κυρώσεων που ακολούθησε το τέλος του πολέμου με το Ιράκ το 1988.
- Η Ισλαμική Δημοκρατία αντιμετώπισε πολλές σημαντικές και διαδοχικές προκλήσεις: Η σημαντικότερη προερχόταν από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, ο οποίος όχι μόνο πυροδότησε πλήρως τον πόλεμο με το Ιράκ, αλλά υποστήριξε πρωτοβουλίες από τις πρώην ιρανικές ελίτ για την αποκατάσταση της εξουσίας τους, ενώ υποστήριξε και τις ισραηλινές προσπάθειες για την υπονόμευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένων άμεσων επιθέσεων απέναντι στο Ιράν, επιχειρήσεων σαμποτάζ και δολοφονιών σημαντικών προσωπικοτήτων από τον επιστημονικό κλάδο και το στρατό). Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είναι εκείνοι που έχουν προσπαθήσει συστηματικά να διαβρώσουν την εξουσία του Ιράν στην περιοχή, με τη δολοφονία του στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί το 2020, τη σκληρή επίθεση απέναντι στη Χεζμπολάχ κατά τη διάρκεια της ισραηλινής γενοκτονίας και τη δολοφονία του Σαγιέντ Χασάν Νασράλα το 2024, και την ανατροπή της κυβέρνησης στη Συρία το Δεκέμβριο του 2024 με την εγκαθίδρυση του πρώην αρχηγού της αλ-Κάιντα ως προέδρου στη Δαμασκό.
Οι παλιές ιρανικές ελίτ, υπό την ηγεσία του Σάχη αρχικά μέχρι το θάνατό του το 1980 και ύστερα υπό εκείνη του γιου του, του αυτοαποκαλούμενου πρίγκιπα Ρεζά Παχλαβί, ένωσαν δυνάμεις με τους Ευρωπαίους και τις ΗΠΑ για την αποκατάσταση της εξουσίας τους. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι, ενώ ο Σάχης καθόταν στο Θρόνο του Παγωνιού από το 1941, εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί μία δημοκρατική κυβέρνηση από το 1951 μέχρι το 1953 η οποία ανατράπηκε από τις δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών και, ύστερα, ο Σάχης ενθαρρύνθηκε να εξασκήσει την απόλυτη εξουσία του από το 1953 μέχρι την επανάσταση του 1978-79. Το μπλοκ του Σάχη επιθυμούσε επανειλημμένα να επιστρέψει στην εξουσία στο Ιράν. Ενώ το Πράσινο Κίνημα του 2009 είχε ένα πολύ μικρό μοναρχικό στοιχείο, εκείνο εκπροσωπούσε τις κυρίαρχες τάξεις που επιθυμούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις απέναντι στην πιο φιλό-πληβειακή προεδρία του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι οι ΗΠΑ «επέλεξαν» το γιο του Σάχη, που ζει στο Λος Άντζελες, ως την κύρια προσωπικότητα εκείνης της εξέγερσης.
Οι περιορισμοί στη μετασχηματιστική κοινωνική ατζέντα της δημοκρατίας ήταν παρόντες, καθώς ανεχόταν τμήματα της παλιάς ελίτ, επιτρέποντάς τους να διατηρήσουν την ιδιοκτησία της και, επομένως, επιτρέποντας τη διαμόρφωση ενός στρωματοποιημένου ταξικού συστήματος που ωφελούσε τμήματα εκείνων των ιδιοκτητών και μίας ανερχόμενης μεσαίας τάξης. Ύστερα από τον θάνατο του Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί τον Ιούνιο του 1989 και το τέλος του Πολέμου Ιράν-Ιράκ, η κυβέρνηση υιοθέτησε μεγάλα τμήματα των πολιτικών δομικής προσαρμογής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι οποίες παρέμειναν, μία ή άλλη, σε ισχύ για δεκαετίες (η πολιτική αυτή δρομολογήθηκε από τον Μοχσέν Νουρμπάκς, ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών από το 1989 μέχρι το 1994 και ύστερα διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας από το 1994 μέχρι το 2003). Η οικονομία δεν ήταν οργανωμένη σοσιαλιστικά το 1979, αλλά είχε θεμελιώσει έναν ισχυρό ρόλο για το κράτος και για τον κρατικό σχεδιασμό λόγω των αναγκών της πολεμικής οικονομίας και λόγω της αφοσίωσης στην ισλαμική κοινωνική πρόνοια. Ο Νουρμπάκς δεν μπορούσε να αποσυναρμολογήσει εντελώς το κράτος, αλλά πραγματοποίησε νομισματικές και τραπεζικές μεταρρυθμίσεις, ενώ ενσωμάτωσε επιφυλακτικά το Ιράν στην παγκόσμια οικονομία. Η ταξική απόκλιση και οι βιοτικές δυσκολίες για την πλειοψηφία των Ιρανών αυξήθηκαν λόγω της αθροιστικής επίδρασης του καθεστώτος κυρώσεων από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, τις στρατιωτικές απειλές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (που οδήγησαν σε υψηλές στρατιωτικές δαπάνες στο Ιράν, οι οποίες, παρ’όλα αυτά, ενώ ανέρχονταν στο 2,5% του ΑΕΠ, ήταν πολύ χαμηλότερες από εκείνες επί Σάχη που ανέρχονταν στο 12%) και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που προωθήθηκαν από τους ολοένα και πιο νεοφιλελεύθερους υπουργούς Οικονομικών της κυβέρνησης (όπως εκείνες του Αλί Ταγεμπνιά από το 2013 μέχρι το 2017 και του Αλί Μαντανιζαντέχ από το 2025). Ήταν αυτός ο περιορισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας που οδήγησε σε κύκλους οικονομικών διαδηλώσεων: το 2017-18 για τον πληθωρισμό και τις περικοπές δαπανών, το 2019 για την αύξηση των τιμών των καυσίμων, το 2025 από τους φουρνάρηδες και το 2025-26 για τον καλπάζοντα πληθωρισμό και την κατάρρευση του ιρανικού ριάλ.
- Παρόλο που οι τωρινές κινητοποιήσεις πυροδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από μία ισοτιμία-ρεκόρ του ριάλ απέναντι στο δολάριο ΗΠΑ και τον πληθωρισμό της τάξης του 60% στα τρόφιμα, η μετάβαση από τις εργατικές απεργίες στο Νότιο Παρς στη βία στις πόλεις οδήγησαν σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο παρέμβασης. Η κυβέρνηση έχει δείξει προτίμηση σε τμήματα του εισαγωγικού-εξαγωγικού τομέα, ο οποίος έχει εργαστεί εντός του πλαισίου των κυρώσεων, ώστε να βοηθήσει τους εξαγωγείς αγαθών σε βάρος των εισαγωγέων, μία κατάσταση η οποία δεν είναι εύκολο να διορθωθεί. Ωστόσο, η απότομη πτώση της αξίας του νομίσματος κατά 30-40% είναι ένα κλασικό δείγμα εξωτερικών οικονομικών χειρισμών. Επομένως, αυτό που ξεκίνησε από επιχειρηματίες που διαδηλώνουν απέναντι στην Κεντρική Τράπεζα χωρίς παρέμβαση μετασχηματίστηκε σύντομα σε μία βίαιη επίθεση στην κρατική δομή από τα πάνω προς τα κάτω. Οι «διαδηλώσεις» εξελίχθηκαν εν μία νυκτί από ειρηνικές συγκεντρώσεις σε υψηλής έντασης αστικά σαμποτάζ, οδηγώντας στο θάνατο περίπου 100 αστυνομικών, με ισχυρισμούς, για παράδειγμα, ότι ορισμένοι αστυνομικοί κάηκαν ζωντανοί, ότι ένας αστυνομικός αποκεφαλίστηκε και ότι μία κλινική πυρπολήθηκε αφαιρώντας τη ζωή ενός νοσηλευτή. Η χρήση μικρών πυρομαχικών από μικρή απόσταση απέναντι σε πολίτες υποδηλώνει, επιπλέον, μία προσπάθεια για την μεγιστοποίηση της εσωτερικής έντασης και την προσπάθεια δημιουργίας προσχημάτων για ξένες επεμβάσεις. Η γεωπολιτική ενορχήστρωση πίσω από το χάος σύντομα έγινε αναμφισβήτητη και το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η Μοσάντ αποθέωναν ανοιχτά τη βία σε πραγματικό χρόνο. Από τη στιγμή που οι αρχές απενεργοποίησαν την πρόσβαση στο ίντερνετ, οι διαδηλώσεις έχασαν σημαντικά την ισχύ τους, κάτι που έθεσε σε αμφισβήτηση τον αυθορμητισμό του κινήματος και έδωσε βάση στη θέση ότι υπάρχει μία στρατηγική αποσταθεροποίησης σε ισχύ, η οποία επιδιώκει να επωφεληθεί από την τρέχουσα διεθνή συγκυρία.
- Η αντιπολίτευση έχει βγει στους δρόμους αλλά αναγνωρίζει ότι δεν έχει την ισχύ να πάρει την εξουσία. Υπάρχουν αναφορές για αμερικανικές και ισραηλινές επεμβάσεις, ενώ δεν βοηθά την αντιπολίτευση το γεγονός ότι ο γιος του Σάχη διεκδικεί, από τη μια, εύσημα για τις διαδηλώσεις και, από την άλλη, θεωρεί τον εαυτό του ότι επωφελείται από αυτές. Με τον Τραμπ να έχει αναλάβει τα ηνία του υπερ-ιμπεριαλισμού και με το Ισραήλ να βρίσκεται εν μέσω μιας περιόδου κατά την οποία θεωρεί ότι κερδίζει ασταμάτητα, είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς τι θα κάνουν αυτές οι επικίνδυνες κλίκες. Όσο οι κινητοποιήσεις χάνουν δυναμική, κάτι που θα συμβεί, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπορεί να εκμεταλλευτούν την κατάσταση ώστε να χτυπήσουν την Τεχεράνη και άλλες πόλεις με περισσότερη ισχύ σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025. Αυτό θα πρέπει να ανησυχήσει όχι μόνο το λαό του Ιράν, η μεγάλη πλειοψηφία του οποίου δεν επιθυμεί μία επίθεση στη χώρα του, αλλά και τους λαούς του Παγκόσμιου Νότου, οι οποίοι βρίσκονται στο στόχαστρο ύστερα από τη Βενεζουέλα και το Ιράν.
Υπαρκτά προβλήματα ταλανίζουν τον πληθυσμό, αλλά αυτά τα προβλήματα δεν θα επιλυθούν μέσα από υπερ-ιμπεριαλιστικούς εναέριους βομβαρδισμούς από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Οι Ιρανοί θα πρέπει να επιλύσουν οι ίδιοι τα προβλήματά τους. Το καθεστώς των κυρώσεων και οι απειλές βίας προφανώς δεν βοηθάνε σε αυτή τη κατεύθυνση. Είναι εύκολο να λέει κανείς «αλληλεγγύη στους Ιρανούς» στη Δύση, όπου διαδηλωτές ξυλοκοπούνται και επιπλέον σκοτώνονται για την υποστήριξή τους στους Παλαιστίνιους και την οργή τους απέναντι στις αντιμεταναστευτικές πολιτικές. Και, με κάποιο τρόπο, φαντάζει πολύ δυσκολότερο να πει κανείς «τέλος στις κυρώσεις» και, επομένως, να επιτραπεί στον ιρανικό λαό να ανασάνει για το ίδιο του το μέλλον.
Μετάφραση του Θοδωρή Τσαβέα από το Peoples Dispatch.
