Ενίσχυσε τις ανεξάρτητες φωνές – ενίσχυσε την παρέμβαση των «από κάτω» στον δημόσιο λόγο

Υλισμός και Σπυριάρα

Οι καθημερινές πρακτικές μπορεί να αλλάζουν από μέρα σε μέρα, αλλά η κοινή σταθερά θα είναι πάντα το ατελείωτο doom-scrolling και το youtube πριν κλείσω τα μάτια μου. Ένα από αυτά τα βράδια λοιπόν, ασυναίσθητα πατάω ένα βίντεο με τίτλο “Every NBA player who forced a rule change in 15 minutes”. Και ξαφνικά, όπως ήμουν μισοκοιμισμένος, αρχίζουν να συνδέονται όλα στο μυαλό μου.

Το μπάσκετ (όπως και κάθε σπορ) δεν αιωρείται σε κενό. Eίναι ένα οικοδόμημα που γεννήθηκε, εξελίχθηκε και προσαρμόστηκε μαζί με την κοινωνική πραγματικότητα. Ο αθλητισμός — όπως όλα — είναι καθρέφτης του κόσμου γύρω του. Οι κανόνες του δεν είναι θεόσταλτες εντολές, αλλά ιστορικά σχήματα που συνυπάρχουν οργανικά με το εκάστοτε κοινωνικό καθεστώς.

Κι εκεί, βλέποντας τον Wilt να μεγαλώνει τη ρακέτα, τον Shaq να σπάει στεφάνια και τον Curry να μετατρέπει το τρίποντο σε lay-up από τα 9 μέτρα, καταλαβαίνω κάτι απλό, αλλά βαθύ: αυτό είναι ο ιστορικός υλισμός σε ζωντανή μορφή.

Πηγαίνοντας όμως πίσω το ρολόι, στο μακρινό 1891…

Η πραγματικότητα της εποχής ήταν συγκεκριμένη: τα περισσότερα αθλήματα — ποδόσφαιρο, ράγκμπι, λακρός — παίζονταν σε χωράφια, αυλές και ανοικτά γήπεδα. Ωραία όταν ο καιρός το επέτρεπε, αλλά άχρηστα μέσα στους βροχερούς, παγωμένους και ατελείωτους χειμώνες της Νέας Αγγλίας.

Από αυτές τις συνθήκες προέκυψε μια ανάγκη: οι μαθητές έπρεπε να γυμνάζονται σε εσωτερικό χώρο, χωρίς να ρισκάρουν τραυματισμούς, χωρίς να καταστρέφονται τα πατώματα του γυμναστηρίου, και χωρίς να μετατραπεί η αίθουσα σε χαοτικό ξύλο τύπου ράγκμπι.

Κι έτσι ήρθε η προσαρμογή: ο James Naismith, καθηγητής γυμναστικής, επινόησε ένα νέο παιχνίδι ειδικά για αυτές τις υλικές συνθήκες — ένα άθλημα χωρίς σπρωξίματα, με περιορισμένη επαφή, με μπάλα που δεν μπορεί να κλωτσήσει κανείς, και με στόχους (τα αρχικά καλάθια) ψηλά ώστε να αποφεύγονται συγκρούσεις.

Το μπάσκετ δεν γεννήθηκε από “έμπνευση”· γεννήθηκε από ανάγκη.

Υλικές συνθήκες: ο αθλητισμός περιοριζόταν σε εξωτερικούς χώρους.

Αντίφαση: ο χειμώνας καθιστούσε αυτή τη μορφή πρακτικά αδύνατη.

Κοινωνική ανάγκη: άθληση ανεξάρτητα από περιβαλλοντικές συνθήκες.

Προσαρμογή: η μεταφορά του παιχνιδιού στον εσωτερικό χώρο και η επινόηση ενός νέου αθλήματος.

Η άνθιση και η διάχυση

Οι ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν ένα πανέμορφο μέρος να ζήσεις — αν ήσουν cis, λευκός, straight άντρας.

Αν ανήκες σε μειονότητα, οι συνθήκες ήταν ξεκάθαρες: αποκλεισμός από την εκπαίδευση, διαφορετικά σημεία συναθροίσεων, ρατσιστικοί νόμοι, διαχωρισμένες εγκαταστάσεις, Jim Crow.

Το μπάσκετ, φυσικά, δεν αποτελούσε εξαίρεση. Λίγκες, εξέδρες, γήπεδα — όλα φυλετικά χωρισμένα.

Από αυτή την ωμή πραγματικότητα προέκυψε μια παράδοξη, αλλά απολύτως υλιστική ανάγκη: οι «μαύρες» κοινότητες, αποκλεισμένες από τους επίσημους θεσμούς, δημιούργησαν δικά τους δίκτυα αθλητισμού.

Έβλεπαν το μπάσκετ — μαζί με τον χορό και τη μουσική — ως δραστηριότητα που μπορεί να κρατήσει τα παιδιά «στον ίσιο δρόμο» (βλ. την ομιλία Hall of Fame του Γκάλη έναν αιώνα αργότερα). Χρειαζόταν ένας χώρος για σωματική εκτόνωση, κοινωνική συνοχή και πολιτισμική έκφραση, και το μπάσκετ έγινε ακριβώς αυτό: το κοινό σημείο που έδενε τη γειτονιά, την οικογένεια, την καθημερινότητα.

Ταυτόχρονα, υπήρχε και μια άλλη ανάγκη: η ανάγκη διαφοροποίησης από το λευκό, “ορθόδοξο”, πανεπιστημιακό μπάσκετ. Η ανάγκη να εκφραστεί η δική τους εμπειρία, ρυθμός, στυλ ζωής.

Κι έτσι ήρθε η προσαρμογή: το παιχνίδι άρχισε να αλλάζει μορφή μέσα από τις «Μαύρες» κοινότητες. Οι τρίπλες έγιναν πιο χαμηλές και δημιουργικές, τα καρφώματα πιο θεαματικά, το παιχνίδι απέκτησε ρυθμό, αυτοσχεδιασμό, showmanship — πράγματα που δεν υπήρχαν στο αρχικό, «λευκό» μπάσκετ των κολλεγίων.

Δεν ήταν “καλλιτεχνικές επιλογές”.

Ήταν καθαρά προϊόν των υλικών συνθηκών: μικρότερα γήπεδα, λιγότερη τυποποίηση, περισσότερη ελευθερία κινήσεων, πιο σφιχτές κοινότητες και μια πολιτισμική ανάγκη να εκφραστεί η ζωή όπως ήταν πραγματικά.

Με άλλα λόγια:

Οι υλικές συνθήκες γέννησαν ένα καινούριο στυλ παιχνιδιού — το στυλ που αργότερα θα γίνει η καρδιά της ίδιας της NBA κουλτούρας.

Υλική πραγματικότητα: περιθωριοποίηση μειονοτήτων, ρατσισμός, μειωμένη πρόσβαση σε υλικοτεχνικό εξοπλισμό

Αντίφαση: Τυποποιημένο «λευκό» μπάσκετ μη συμβατό με τα γήπεδα, τον εξοπλισμό και την κουλτούρα των «Μαύρων»

Κοινωνική ανάγκη: Εύρεση ταυτότητας, διαφοροποίηση, κοινοτική συνοχή, εκτόνωση

Προσαρμογή: Δημιουργία ενος καινούργιου στυλ μπάσκετ προσαρμοσμένο στις ανάγκες των μειονοτήτων

Fast forward στην εποχη του Wilt

Μετά τον Β’ ΠΠ, οι ΗΠΑ μπαίνουν σε μια περίοδο έντονων αντιφάσεων: από τη μια ο Ψυχρός Πόλεμος και η Σοβιετική Ένωση τους εκθέτουν διεθνώς για το φυλετικό τους καθεστώς, από την άλλη, στο εσωτερικό, το Civil Rights Movement — από τον MLK και τον Malcolm X μέχρι, λίγο αργότερα, τους Μαύρους Πάνθηρες — πιέζει για το τέλος του segregation.

Καθώς τα πρώτα νομικά και κοινωνικά εμπόδια αρχίζουν να σπάνε, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα αθλητικά προγράμματα ανοίγουν σταδιακά σε μαύρους αθλητές, φέρνοντας μαζί τους την κουλτούρα, την αθλητικότητα και το στυλ παιχνιδιού της αλάνας. Μέσα σε αυτή τη μεταβατική δεκαετία, όπου η κοινωνία αλλάζει και το άθλημα αλλάζει μαζί της, εμφανίζεται ένας παίκτης που το μπάσκετ δεν μπορούσε πια να χωρέσει χωρίς να μεταμορφωθεί: ο Wilt Chamberlain.

Ο Wilt ήταν ένας παράγοντας που οι κανονισμοί της εποχής απλώς δεν είχαν προβλέψει. Ήταν μια κινουμενη αντίφαση για το ίδιο το άθλημα, η παρουσία του και μόνο άλλαζε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε οι υπόλοιπες ομάδες να προσεγγίζουν το παιχνίδι. Οι κανόνες είχαν σχεδιαστεί για μικρότερα κορμιά, πιο αργούς ρυθμούς και αυστηρούς ρόλους — ένα σύστημα φτιαγμένο για έναν εντελώς διαφορετικό αθλητικό κόσμο.

Κι όμως, η εμφάνιση ενός και μόνο ανθρώπου ήταν αρκετή για να αναγκάσει ολόκληρο το NBA να ξαναγράψει τους κανόνες του, μόνο και μόνο για να τον σταματήσει.

Έτσι, η ίδια η λίγκα αναγκάστηκε να αλλάξει το rulebook μόνο και μόνο για να τον αντιμετωπίσει.

Το πρώτο πράγμα που κατέρρευσε ήταν η παλιά στενή ρακέτα: όταν ένας παίκτης 2.16 μπορούσε να σκοράρει σχεδόν χωρίς να πηδάει, η περιοχή κάτω από το καλάθι έμοιαζε με προσωπικό του χώρο.

Η λύση ήταν να πλατύνει η ρακέτα, ώστε να τον απομακρύνουν αναγκαστικά από το καλάθι και να δυσκολέψουν την κυριαρχία του.

Μετά ήρθε το θέμα των βολών.

Ο Wilt, επειδή μπορούσε να πάρει φόρα, να πηδήξει από πίσω και ουσιαστικά να καρφώσει αντί να σουτάρει, μεταμόρφωνε το free throw σε highlight.

Η λίγκα το θεώρησε αντι-αγωνιστικό — ή μάλλον, αντι-Wilt — και έτσι απαγόρευσε το άλμα προς τα εμπρός στις βολές, κανόνας που υπάρχει μέχρι σήμερα.

Όλες αυτές οι αλλαγές δεν ήταν «εξέλιξη του αθλήματος».

Ήταν καθαρές, υλικές προσαρμογές σε έναν άνθρωπο που έκανε το ίδιο το παιχνίδι να μοιάζει ανεπαρκές.

Το να μελετάς τον «Κατοστάρη» σημαίνει να μελετάς το πρώτο case study μιας ατομικότητας που υποχρέωσε τον υλικό κόσμο να προσαρμοστεί στα δικά της όρια.

Και με όρους ιστορικού υλισμού:

Υλικές συνθήκες: ένα παιχνίδι σχεδιασμένο για συγκεκριμένα σώματα, συγκεκριμένες διαστάσεις και συγκεκριμένη ταχύτητα.

Αντίφαση: Wilt Chamberlain (no comment).

Υλική ανάγκη: αποκατάσταση της ισορροπίας ώστε το παιχνίδι να παραμείνει λειτουργικό και ανταγωνιστικό.

Προσαρμογή: αλλαγές στους κανόνες, στις διαστάσεις της ρακέτας και στις τακτικές, αποκλειστικά για να επανέλθει αυτή η ισορροπία.

Η εμφάνιση του «Diesel» (“He was mean, he was nasty”)

Αν ο Wilt ήταν μια συνθήκη που χάραξε στην ιστορία ένα διαφορετικό μονοπάτι, ο Shaquille O’Neal είναι η επιβεβαίωση ότι η αλλαγή και η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα δεν είναι η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας.

Τέσσερις δεκαετίες μετά τον «Κατοστάρη», εμφανίζεται ένας παίκτης που δεν έσπαγε ρεκόρ — έσπαγε στεφάνια. Και μαζί με αυτά, έσπαγε και τα θεωρητικά όρια του τι μπορεί να αντέξει το ίδιο το άθλημα.

Μιλάμε για ένα σώμα 150+ κιλών που κινούνταν σαν wing και τελείωνε φάσεις σαν οδοστρωτήρας.

Κι αν τύχαινε να πάρει τη μπάλα κάτω από τη στεφάνη; Καλύτερα να έκανες στην άκρη: όχι μόνο γιατί υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να σε τραυματίσει — αλλά γιατί στο τέλος μπορεί να έπαιρνες και το φάουλ από πάνω.

Οι συνέπειες ήταν κατευθείαν ορατές: σπασμένα στεφάνια, γυαλιά από backboards παντού και τουλάχιστον τρεις σέντερ στη δωδεκάδα της αντίπαλης ομάδας μόνο και μόνο για “τα φάουλ του Shaq”.

Ο Shaq πρόσθετε μια εντελώς νέα ανάγκη στον υλικό εξοπλισμό του αθλήματος: τι πρέπει να κάνουμε για να μην αλλάζουμε μπασκέτα κάθε δεύτερο κάρφωμα;

Αυτό έσπρωξε την τεχνολογία σε συγκεκριμένη κατεύθυνση: πιο ανθεκτικά υλικά, μεγαλύτερη απορρόφηση κραδασμών, διαφορετική στήριξη στη βάση του backboard.

Ταυτόχρονα, επαναπροσδιόρισε τη θέση του center, αναγκάζοντας τις ομάδες να αλλάξουν ρόστερ και gameplan γύρω από ένα και μόνο ερώτημα:

Πώς σταματάς κάτι που δεν σταματιέται; (Arvydas Sabonis… αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.)

Και κάπως έτσι, η λίγκα αναγκάστηκε ξανά να προσαρμοστεί: ενίσχυσε τις μπασκέτες με breakaway στηρίξεις, εισήγαγε νέες ερμηνείες στο illegal defense και άλλαξε το officiating στο post, μόνο και μόνο επειδή ένας άνθρωπος έκανε το υπάρχον πλαίσιο ανεπαρκές.

Με άλλα λόγια:

Υλικές συνθήκες: στεφάνια με περιορισμένη αντοχή, backboards εύθραυστα, άμυνα στο post φτιαγμένη για πιο ελαφριά κορμιά.

Αντίφαση: ένα “τέρας της φύσης” 150+ κιλών που ξεπερνά τα όρια του εξοπλισμού και των τακτικών.

Υλική ανάγκη: ισχυρότερα rims, πιο σταθερά backboards, νέοι αμυντικοί μηχανισμοί αντιμετώπισης.

Προσαρμογή: ώθηση της τεχνολογίας και της τεχνογνωσίας σε συγκεκριμένη κατεύθυνση — reinforced rims, νέοι αμυντικοί κανόνες, αλλαγές στο physical officiating.

Η άνοδος του baby-face assassin (“They do have a time out, decide not to use it…”)

Οι πιο ωραίες ιστορίες γράφονται από ανθρώπους που δεν το περιμένεις.

Ένα παιδί που, όταν έγινε ντραφτ, πολλοί απορούσαν τι θα τον κάνουν: είναι κοντός, δεν είναι αθλητικός και, γενικά, “δεν μπορεί να επιβιώσει” στην πιο physical λίγκα του κόσμου. Το scouting report ήταν ξεκάθαρο: πολύ λεπτός για να παίζει μέσα, πολύ αδύναμος για να παίζει έξω.

Αυτό που δεν είχαν καταλάβει ήταν ότι ο Curry δεν ήρθε για να παίξει μέσα στους κανόνες του παιχνιδιού — ήρθε για να μετακινήσει τα ίδια τα όρια του τι θεωρείται “καλό σουτ”, να αλλάξει το μαθηματικό υπόβαθρο της επίθεσης και να αναγκάσει όλο το άθλημα να ξανασκεφτεί τι σημαίνει “απόσταση”.

Δεν είχε το σώμα του Wilt.

Δεν είχε τη δύναμη του Shaq. Αλλά είχε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: έναν τρόπο να κάνει το σουτ από τα 9 μέτρα να έχει μεγαλύτερη αναμενόμενη αξία από ένα layup.

Και τότε συνέβη κάτι αδιανόητο για τα προηγούμενα 60 χρόνια μπάσκετ:

οι άμυνες δεν έκαναν πλέον stretch μέχρι τη γραμμή του τριπόντου —

έκαναν stretch μέχρι το logo. Αμυντικοί σηκώνονταν για contest μόνο και μόνο από το βλέμμα του Curry προς το καλάθι. Ένα σουτ από τα 9 μέτρα έπαψε να είναι “τρελό” ή “βιαστικό”: ήταν πλέον καλή επιθετική επιλογή.

Διαγραμματοποιώντας υλιστικά το Curry-effect

Υλικές συνθήκες: ένα άθλημα χτισμένο γύρω από τη ρακέτα, το mid-range, το post και τις παραδοσιακές γραμμές spacing, άμυνες που θεωρούσαν οποιοδήποτε σουτ πάνω από 8 μέτρα “κακή επιλογή”.

Αντίφαση: η εμφάνιση ενός παίκτη που μπορούσε να σουτάρει με υψηλή αποτελεσματικότητα από αποστάσεις που το σύστημα δεν αναγνώριζε καν ως λογικές. (Άρα η άμυνα έπρεπε να τον κυνηγάει μέχρι το logo.)

Υλική ανάγκη: νέα αμυντικά σχήματα, νέα closeouts, νέες αποστάσεις, νέες αποτρεπτικές στρατηγικές — και συνολικά επανεφεύρεση του τι θεωρείται “ασφαλές σουτ” και “λογική επίθεση”.

Προσαρμογή: άνοδος του pace-and-space, πλήρης μετατόπιση του shot selection, δημιουργία συστημάτων που αντιμετωπίζουν το “gravity” του Curry (traps στο logo, hedge στα 9 μέτρα, αλλαγές στις γωνίες άμυνας) και ένα νέο μοντέλο επίθεσης όπου το τρίποντο γίνεται η βασική μονάδα αξίας.

Με άλλα λόγια, το Curry-effect δεν είναι εξαίρεση είναι το τρίτο κεφάλαιο της ίδιας ιστορίας. Έτσι, το τρίτο αυτό κύμα αλλαγής — μετά τη ρακέτα και τον εξοπλισμό — δεν αφήνει πλέον καμία αμφιβολία για τη βαθύτερη λογική που κινεί το παιχνίδι.

Οι “παραγωγικές δυνάμεις” του παιχνιδιού — τα σώματα, οι ικανότητες, οι τεχνικές, η προπόνηση, η τεχνολογία — εξελίσσονται τόσο γρήγορα, που οι υπάρχοντες κανόνες (οι “σχέσεις παραγωγής”) δεν μπορούν πια να τους χωρέσουν.

Προκύπτει αντίφαση.

Και τότε η λίγκα αναγκάζεται να αλλάξει τον τρόπο που οργανώνει τον ίδιο τον αγώνα.

Όπως γράφει ο Μαρξ:

«Σε ένα ορισμένο στάδιο ανάπτυξης, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής… τότε αρχίζει μια εποχή αλλαγής.»

Οι παίκτες δεν “καταστρέφουν” το παιχνίδι το εξελίσσουν πέρα από τα όρια του παλιού πλαισίου.

Και οι κανόνες — το θεσμικό εποικοδόμημα του αθλήματος — τρέχουν απλώς να τους προλάβουν.

Ό,τι βλέπεις στην ιστορία των κοινωνιών, το βλέπεις εδώ σε ένα βίντεο δεκαπέντε λεπτών.

Και κάπως έτσι, μέσα στο μισοσκόταδο, με το κινητό να μου πέφτει στη μούρη, σκέφτομαι ότι ίσως τελικά το NBA είναι ο καλύτερος τρόπος να εξηγήσεις τον Μαρξ σε κάποιον που δεν θέλει να ακούσει ούτε λεπτό για οικονομικές δομές.

Γιατί εδώ βλέπει μπροστά στα μάτια του αυτό που η θεωρία χρειάζεται τόμους για να περιγράψει:

Όταν οι υλικές συνθήκες αλλάζουν, αλλάζουν και οι κανόνες του παιχνιδιού. Κυριολεκτικά.

 

Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οποιοδήποτε ζήτημα, διευκρίνιση ή για να υποβάλλετε κείμενο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected]

Οδηγίες για την υποβολή κειμένων στο site Jacobin Greece

Newsletter-title3

Ενίσχυσε τις ανεξάρτητες φωνές – ενίσχυσε την παρέμβαση των «από κάτω» στον δημόσιο λόγο

Χρησιμοποιώντας την κάρτα σας μέσω της Εθνικής Τράπεζας

Εναλλακτικά μπορείτε να ενισχύσετε το Jacobin Greece στους παρακάτω λογαριασμούς:

Τράπεζα: Εθνική Τράπεζα
Αριθμός IBAN:
GR9001101070000010700929911
Δικαιούχος: ΑΠΟΔΟΜΗΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ ΑΜΚΕ


Τράπεζα:Πειραιώς
Αριθμός IBAN:
GR6601710410006041169686033
Δικαιούχος: ΑΠΟΔΟΜΗΤΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ ΑΣΤΙΚΗ ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ ΕΤ