Ο Αγώνας Ανταμά
Ασά Τραορέ
Ο Αγώνας Ανταµά δεν είναι µόνο αγώνας της οικογένειας Τραορέ. Ο θάνατος του αδελφού µου είναι χαρακτηριστικό παράδειγµα µιας βαθιάς δυσφορίας σε µια Γαλλία που δεν πάει καθόλου καλά.
Στις 19 Ιουλίου 2016, ο αδελφός µου πέθανε κάτω απ’ το βάρος τριών χωροφυλάκων κι ενός συστήµατος. Πέθανε επειδή λεγόταν Ανταµά Τραορέ (Adama Traoré), επειδή ήταν µαύρος, επειδή ζούσε σε µια λαϊκή συνοικία.[1] Πέθανε εξαιτίας όλων των κρατικών και κοινωνικών κατασκευών σε σχέση µε τις λαϊκές συνοικίες κι αυτά τ’ αγόρια.[2] Όλο αυτό είναι που θέλουµε ν’ αλλάξουµε.
Ο Αγώνας Ανταµά είναι ένας αγώνας ενάντια στην άσχηµη Γαλλία: ο Ανταµά Τραορέ σκοτώθηκε, τέσσερα αδέλφια του Ανταµά Τραορέ φυλακίστηκαν. Ο Ανταµά είναι στο νεκροταφείο του Μπαµακό κι οι αδελφοί του φυλακισµένοι στο Ονί, στο Μπουά-ντ’ Αρσί, στο Μω, στο Βιλπέντ, στο Φλερύ.[3] ∆εν έχουµε επιλογή· είναι αδύνατον να παραµείνουµε θεατές αυτού που βιώνουµε. Κανένας πολίτης δεν µπορεί να συνεχίσει να ζει σαν να µην έχει συµβεί τίποτα – χωρίς να τον θίγει, χωρίς να τον αγγίζει µέσα του ό,τι έχει συµβεί, χωρίς να πει: Κάτι πρέπει να κάνουµε. ∆εν πάει άλλο. Σήµερα, είµαστε σε µια χώρα που πάει χάλια. Η Γαλλία διαιρεί το λαό της: ένα µέρος είναι καταπιεσµένο κι ένα ανακουφισµένο.
Η Γαλλία έχει πρόβληµα µε την αστυνοµία και τη χωροφυλακή. Αυτό το πρόβληµα είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά. Η νεολαία είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά. Η αποικιοκρατία είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά. Ο ρατσισµός είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά. Η δηµοκρατία είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά. Το σχολείο είναι αναπόσπαστο κοµµάτι του Αγώνα Ανταµά.
Στον Αγώνα Ανταµά µιλάµε για τις λαϊκές συνοικίες, τα νεαρά αγόρια, την αστυνοµία και τη χωροφυλακή, το ρατσισµό, την επισφάλεια. Μιλάµε για τη βία. Όλα αυτά αφορούν την κοινωνία. ∆εν αφορούν µόνο τον Ανταµά Τραορέ, δεν αφορούν µόνο την οικογένεια Τραορέ. Αυτό που έζησε ο αδελφός µου εκείνη τη µέρα άλλοι το ζουν ακόµα και, δυστυχώς, το έζησαν κι άλλοι στο παρελθόν. Αυτός ο αγώνας δεν αφορά µόνο εµάς.
Ένας λευκός πληθυσµός που κατοικεί κυρίως στα κέντρα των πόλεων έπεσε πρόσφατα θύµα αστυνοµικής βίας κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων ενάντια στον εργατικό νόµο[4] ή του κινήµατος των Κίτρινων γιλέκων.[5] Αυτή η βία όµως επικρατεί εδώ και χρόνια στις λαϊκές συνοικίες. ∆εν είναι τωρινή.
Όταν παλεύουµε, δεν παλεύουµε µόνο για τον Ανταµά Τραορέ. Παλεύουµε για όλους τους Ανταµά Τραορέ. Εγώ θέλω να δικαιωθεί ο αδελφός µου. Θέλω όµως και ν’ αµφισβητηθεί το πώς λειτουργεί το σύστηµα εδώ και δεκαετίες. Κι αυτό, δεν θα το κάνω µόνη µου.
Αυτό που κάνουµε είναι πολιτική: θέλουµε ν’ αλλάξουµε το σύστηµα. Αν είµαστε σήµερα εδώ, µε το δικαίωµα να εκφραζόµαστε ελεύθερα και να λέµε αυτό που θέλουµε να πούµε, το οφείλουµε στους ανθρώπους που πάλεψαν γι’ αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που πέθαναν για να µπορούµε εµείς να απολαµβάνουµε ορισµένα προνόµια, άνθρωποι που έκαναν µια επανάσταση για να µπορούµε εµείς να έχουµε δικαιώµατα απέναντι σ’ ένα κράτος που, το λέω ανοιχτά, φέρεται αντιδηµοκρατικά.
Πρέπει το όνοµα του Ανταµά να µας οδηγήσει σε όµορφα πράγµατα, πρέπει το όνοµα του Ανταµά να συνδυαστεί µε αλλαγές, πρέπει το όνοµα του Ανταµά να φέρει ανατροπές. Αυτός ο αγώνας θα κερδηθεί, όταν επαναφέρουµε σε ισορροπία αυτό το σύστηµα. Όταν ισορροπήσουµε ξανά τα πράγµατα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Ρωγµές
Ζοφρουά ντε Λαγκανερί
Η γνωριµία µου µε την Ασά Τραορέ είναι σχετικά πρόσφατη. Συναντηθήκαµε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2017 σε µια δηµόσια εκδήλωση. Μέχρι τότε, ζούσαµε σε δύο κόσµους χωριστούς, που οι κοινωνικές και φυλετικές λογικές διατηρούν επιµελώς σε απόσταση. Σίγουρα, προφανώς για την Ασά αλλά και για µένα, η ζωή µας θα ήταν πολύ πιο ευτυχισµένη αν δεν είχαµε αναγκαστεί ποτέ να συναντηθούµε.
Όµως, στις 19 Ιουλίου 2016 σκοτώθηκε ο Ανταµά Τραορέ. Λίγες ώρες νωρίτερα, έκανε ακόµα ποδήλατο. Φορούσε σορτς και καπέλο για τον ήλιο. Ήταν η µέρα των γενεθλίων του. Ετοιµαζόταν να τα γιορτάσει. Οι χωροφύλακες, ενεργώντας άσκοπα, θέλουν οπωσδήποτε να ελέγξουν τα στοιχεία του. ∆εν έχει πάνω του την ταυτότητά του. Τρέπεται σε φυγή. Τον καταδιώκουν. Πεθαίνει από ασφυξία στο προαύλιο της Χωροφυλακής του Περσάν, στο Βαλ-ντ’ Ουάζ,[6] φέροντας χειροπέδες.
Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσα το όνοµά του. Πολύ γρήγορα, τις επόµενες µέρες, άκουσα επίσης το όνοµα της Ασά Τραορέ. Η οργή, η διαµαρτυρία, η εξέγερση εκφράζονταν στο δρόµο. Τότε καθιερώθηκε ένα µέτωπο, µια ρωγµή: ο Αγώνας Ανταµά.
Κάθε κοινωνία έχει τις σκοτεινές της όψεις, τους χώρους της, τις ανθρώπινες ζωές της και τα προβλήµατά της που είναι κατά κάποιο τρόπο απωθηµένα από τη δηµόσια και πολιτισµική δυνατότητα αντίληψής τους. ∆εν είναι απλώς απόντα από το ορατό· έχουν καταστεί απόντα, συνειδητά αποκλεισµένα από ένα κοινωνικό εντός που συγκροτείται πάνω στον συστατικό για αυτό αποκλεισµό ενός συγκεκριµένου εκτός. Μπορούµε να ζούµε σε αυτό τον κόσµο και να πιστεύουµε στους θεσµούς και τις υποστηρικτικές τους ιδεολογίες µόνο εάν ορισµένες πραγµατικότητες απωθούνται σε µια ζώνη µη ορατότητας.
Όταν αντιλαµβανόµαστε πλήρως αυτές τις πραγµατικότητες, βλέπουµε υπό άλλο πρίσµα τόσο τον κόσµο όσο και την πραγµατική λειτουργία των θεσµών. Η περιγραφή αυτών των πραγµατικοτήτων δεν συνεπάγεται µόνο την επέκταση της σφαίρας του ορατού· εγκαλεί τον κόσµο ως προς τη σύστασή του αυτή καθαυτή, µας φέρνει αντιµέτωπους µε τα προνόµια που απολαµβάνουµε, συνειδητά ή µη, και τους αλληλένδετους µε αυτά διωκτικούς µηχανισµούς (π.χ. η απλή δυνατότητα του να µπορούµε να περπατάµε στο δρόµο χωρίς να δεχόµαστε ή να φοβόµαστε ότι θα δεχτούµε έλεγχο στοιχείων).
Ο Ανταµά Τραορέ πέθανε ύστερα από µια επιχείρηση της χωροφυλακής στην πόλη του και ένα ρατσιστικό έλεγχο στοιχείων. Αυτό που συµβαίνει στις λαϊκές συνοικίες, κυρίως για τους νεαρούς µαύρους και Άραβες, είναι ότι η δράση της αστυνοµίας και της χωροφυλακής σε αυτές τις περιοχές συνιστά µία από τις ισχυρότερες σκοτεινές όψεις της κοινωνίας µας. Σκοτεινή όψη παράδοξη, καθώς η αστυνοµική βία γίνεται συχνά πρωτοσέλιδο και σε τακτά διαστήµατα απασχολεί πολύ τα ΜΜΕ. Το να µιλάµε όµως για αυτή τη βία σαν να πρόκειται για χρονικά περιχαρακωµένα τυχαία γεγονότα δεν µας επιτρέπει να αντιληφθούµε την πραγµατικότητα, ούτε την ένταξη αυτών των γεγονότων σε µια καθηµερινότητα, σε µια ρουτίνα. Όταν προσεγγίζουµε αυτά τα θέµατα περιστασιακά, δεν τους προσδίδουµε ορατότητα. Η στάση αυτή είναι αναπόσπαστο µέρος της οργάνωσης ενός συστήµατος λήθης (οι ιστορίες εµφανίζονται και µετά εξαφανίζονται) που συµβάλλει στην άγνοιά µας. Υπάρχουν τρόποι να εκφέρεται λόγος για ορισµένα θέµατα, οι οποίοι επιτρέπουν να µην εκφέρεται ουσιαστικά λόγος για αυτά: ο κυρίαρχος δηµόσιος λόγος για τις δυνάµεις καταστολής και τα αφηγήµατα που προτείνονται για τα περιστατικά όπου αυτές εµπλέκονται καλύπτουν µε ιδιαίτερα διεστραµµένο τρόπο τη µορφή των πρακτικών άσκησης εξουσίας και ελέγχου του ανθρώπινου βίου.
Όταν µιλάµε για αστυνοµική βία, µιλάµε πρώτα απ’ όλα για νεκρούς και για θανατηφόρες επιθέσεις. Μερικές φορές, ορισµένοι εκπλήσσονται από την οργή που προκαλούν οι δυνάµεις καταστολής στις λαϊκές συνοικίες. ∆εν πρέπει όµως να ξεχνάµε ποτέ ότι, όταν µιλάµε για αυτό το θέµα, µιλάµε για ανθρώπους που πεθαίνουν ή φοβούνται πως θα πεθάνουν. Μερικές φορές, έχω την εντύπωση ότι ο κόσµος δεν το συνειδητοποιεί: ο Ανταµά Τραορέ είναι νεκρός. Ο αδελφός σου είναι νεκρός.
Είναι πολύ σπάνιο να µιλάµε για νεκρούς εξαιτίας ενός θεσµού ή δηµόσιων λειτουργών των οποίων η επίσηµη αποστολή είναι ωστόσο «η προστασία του πληθυσµού».
Στη Γαλλία δεν υπάρχουν επίσηµα στατιστικά στοιχεία για τους θανάτους που έχουν προκληθεί από την αστυνοµία και τη χωροφυλακή. Έχει ασκηθεί συχνά κριτική για αυτή την απουσία στατιστικών στοιχείων θεωρώντας ότι, εάν γνωρίζαµε, η κατάσταση θα άλλαζε, αλλά το παράδειγµα των ΗΠΑ δείχνει ότι ένα φαινόµενο δεν τίθεται υπό αµφισβήτηση µόνο και µόνο επειδή είναι γνωστό και µετρήσιµο.
Τα στατιστικά στοιχεία που έχουµε στη διάθεσή µας στη Γαλλία προέρχονται από καταµετρήσεις που γίνονται από ενηµερωτικές ιστοσελίδες ή παρατηρητήρια, οι οποίες υποκαταγράφουν την πραγµατικότητα, καθώς ορισµένα περιστατικά δεν γίνονται ποτέ δηµόσια γνωστά. Υπολογίζεται ότι προκαλείται ένας τουλάχιστον θάνατος το µήνα λόγω της επιχειρησιακής δράσης των δυνάµεων καταστολής.[7] Ξέρουµε δε ότι, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, τα θύµατα είναι νεαροί µαύροι και Άραβες.
Ορισµένα ονόµατα έχουν σηµαδέψει τη συλλογική µνήµη: ο 22χρονος Μαλίκ Ουσεκίν χτυπήθηκε µέχρι θανάτου από αστυνοµικούς το 1986 ενώ επέστρεφε ειρηνικά σπίτι του στο 6ο διαµέρισµα του Παρισιού·[8] ο 17χρονος Ζιέντ και ο 15χρονος Μπουνά[9] πέθαναν από ηλεκτροπληξία το 2005 πέφτοντας πάνω σε µετασχηµατιστή ηλεκτρικού υποσταθµού στο Κλισί-σου-Μπουά,[10] καθώς προσπαθούσαν να αποφύγουν ένα αστυνοµικό µπλόκο και οι αστυνοµικοί δεν τους βοήθησαν, λέγοντας µεταξύ τους «αφού µπήκαν εκεί µέσα, θα το φάνε το κεφάλι τους.»[11] Άλλα ονόµατα είναι λιγότερο γνωστά, αλλά παραµένουν ζωντανά στις µνήµες όσων κινητοποιούνται για αυτά τα θέµατα ή ζουν σε λαϊκές συνοικίες και µιλούν συχνά για αυτά, σαν να πρόκειται για το δικό τους θάνατο: o 19χρονος Αµπντελγουαχάµπ Μπενιαχιά[12] σκοτώθηκε από αστυνοµικό στο Οµπερβιλιέ[13] την ίδια µέρα µε τον Μαλίκ Ουσεκίν, ενώ προσπαθούσε να σταµατήσει µια συµπλοκή· ο 16χρονος Αµπντελκαντέρ Μπουζιάν σκοτώθηκε το 1997 από σφαίρα στον αυχένα·[14] ο 25χρονος Λαµίν Ντιένγκ πέθανε το 2007 ακινητοποιηµένος πρηνηδόν από πολλούς αστυνοµικούς·[15] ο 30χρονος Ουισάµ Ελ Γιαµνί[16] πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 2012, ύστερα από εννέα µέρες σε κώµα – είχε προσαχθεί σε αστυνοµικό τµήµα του Κλερµόν-Φεράν,[17] στο σώµα του εντοπίστηκαν κατάγµατα και ίχνη στραγγαλισµού· ο 33χρονος Αµαντού Κουµέ[18] πέθανε το 2015 εντός του αστυνοµικού τµήµατος του 5ου διαµερίσµατος του Παρισιού, αφού είχε χειροπεδηθεί βίαια και του είχε γίνει κεφαλοκλείδωµα· ο 22χρονος Αµπουµπακάρ Φοφανά[19] πυροβολήθηκε εξ επαφής τον Ιούλιο του 2018 από µέλος αστυνοµικής διµοιρίας κατά τη διάρκεια ενός ελέγχου στοιχείων, ενώ ήταν µόνος του µέσα στο σταµατηµένο αυτοκίνητό του· ο 26χρονος Γκαγιέ Καµαρά[20] σκοτώθηκε από την αστυνοµία στις 17 Ιανουαρίου 2018 στο Επινέ-συρ-Σεν·[21] ο 18χρονος Ματίς και ο 20χρονος Σελόµ[22] παρασύρθηκαν το ∆εκέµβριο του 2017 από διερχόµενο τραίνο κοντά στο σιδηροδροµικό σταθµό της Λιλ, καθώς προσπαθούσαν να αποφύγουν µια οµάδα ειδικών δυνάµεων που είχε εισβάλει στη γειτονιά τους, το Σαιν-Μωρίς, κραδαίνοντας γκλοπ.[23]
Όταν µιλάµε για αστυνοµική βία, µιλάµε επίσης για τραυµατισµούς, επιθέσεις και ελέγχους. Πολλοί κάτοικοι λαϊκών συνοικιών αναφέρουν πώς, µε το που γίνονται έφηβοι –δώδεκα, δεκατριών ή δεκατεσσάρων ετών–, η ζωή τους σηµαδεύεται από επανειληµµένους ελέγχους στοιχείων, ελέγχους προσωπικών ειδών και καταδιώξεις, ενδεχοµένως πολλές φορές την ίδια µέρα, που συνοδεύονται σχεδόν συστηµατικά από χτυπήµατα, ευτελιστικά ή ρατσιστικά σχόλια πάντα στον ενικό,[24] σωµατικούς ελέγχους, τεχνικές ακινητοποίησης. Αυτά συµβαίνουν σε τέτοιο βαθµό που ορισµένοι δηµοσιογράφοι, που έκαναν επιτόπιες έρευνες, έλεγαν πως τους είχε εντυπωσιάσει το γεγονός ότι τα νεαρά αγόρια είχαν αρχίσει σταδιακά να θεωρούν φυσιολογικές αυτές τις επαφές µε την αστυνοµία και να µην τις αντιλαµβάνονται πλέον ως µορφές βίας που θα έπρεπε να καταγγελθούν ή ως απαράδεκτες πραγµατικότητες.[25]
Όταν µιλάµε όµως για αστυνοµική βία, µιλάµε τελικά για µια τάξη πραγµάτων και µια συγκεκριµένη σχέση µε τον κόσµο. Οι κάτοικοι των λαϊκών συνοικιών, κυρίως οι νεαροί µαύροι και Άραβες, βιώνουν µια µόνιµη έκθεση στον έλεγχο ή τον ενδεχόµενο έλεγχο, στη σύλληψη ή την ενδεχόµενη σύλληψη, που επηρεάζει βαθιά τη σχέση τους µε το δηµόσιο χώρο, το κράτος, την περιοχή όπου ζουν, το ανήκειν. Αυτοί που η ζωή τους δοµείται από την πανταχού παρουσία των δυνάµεων καταστολής και το φόβο της αστυνοµικής επίθεσης έχουν ένα κοινό βίωµα που συγκροτεί τη βάση της ύπαρξης µιας συγκεκριµένης κοινωνικής και πολιτικής οµάδας. Κάθε νεκρός, κάθε περιστατικό αστυνοµικής βίας που καλύπτεται δηµοσιογραφικά αναβιώνει την προσωπική ανησυχία για τυχόν έλεγχο και κακοποίηση. Αυτή η αγωνία δεν είναι φαντασιακή. Βασίζεται στη γνώση των ονοµάτων των προηγούµενων θυµάτων και στο φόβο για το ποιο θα είναι το επόµενο όνοµα στη λίστα.
∆εν ζούµε όλοι στον ίδιο κόσµο, δεν υποκείµεθα όλοι στο ίδιο νοµικό καθεστώς, ούτε µας διέπουν οι ίδιοι νόµοι ή η ίδια κυβερνητικότητα. Υπάρχουν πολυάριθµες διαιρέσεις σε µια κοινωνία. Ορισµένοι άνθρωποι στη σηµερινή Γαλλία ζουν σε ένα κράτος σχεδόν αστυνοµοκρατούµενο, υφίστανται µια αυτόνοµη αστυνοµική νοµιµότητα που ρυθµίζει τη ζωή τους, την ελέγχει και την υποβάλλει σε µια αυθαίρετη και περιοριστική εξουσία, χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
Το ζήτηµα της αστυνοµίας είναι κοµβικής σηµασίας, επειδή η κοινωνία διαιρείται επίσης ανάµεσα σε αυτούς που η-ύπαρξή-τους-στον-κόσµο καθορίζεται από τη σχέση τους µε την αστυνοµία και σε αυτούς όπου, αντίθετα, αυτό δεν ισχύει: µπορώ να περπατήσω στο δηµόσιο χώρο χωρίς να κινδυνεύω να συλληφθώ, να κακοποιηθώ, ή µάλλον χωρίς να φοβάµαι ότι θα σκοτωθώ από την αστυνοµία δεδοµένου ότι αυτό συµβαίνει µια φορά το µήνα;
Είναι προφανές ότι η αστυνοµική τάξη είναι αλληλένδετη, ως σύµπτωµα και αποτέλεσµα, µε την κοινωνική τάξη, την πολιτική τάξη, την έννοµη τάξη, την οικονοµική τάξη και τη φυλετική τάξη. Η αστυνοµική βία είναι η ορατή κορυφή ενός ολόκληρου συστήµατος διαφόρων µορφών βίας των οποίων είναι εν µέρει εκδήλωση και συνέπεια· είναι αδύνατον να τις καταλάβουµε αποκόπτοντας τις µεν από τις δε. Το θέµα αυτό µας οδηγεί σε µια διαυγέστερη αντίληψη του κοινωνικού κόσµου – του σχολείου, του ρατσισµού, του δηµόσιου χώρου, του κράτους δικαίου, της δικαιοσύνης. Ο θάνατος του Ανταµά Τραορέ εντάσσεται σε ένα σύστηµα που είχε σκοτώσει άλλους νεαρούς πριν από αυτόν και σκότωσε και άλλους µετά από αυτόν. Ο Ανταµά πέθανε από ασφυξία. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι υπάρχει ένα ολόκληρο σύστηµα ασφυξίας που επιβάλλεται στους νεαρούς µαύρους και Άραβες, από την παιδική τους ηλικία, στο οποίο εµπλέκεται το σύνολο των θεσµών.
Το γεγονός ότι η αστυνοµική τάξη εξαρτάται από την ευρύτερη τάξη πραγµάτων και δεν µπορεί να προσεγγιστεί µεµονωµένα δεν πρέπει όµως να µας κάνει να ξεχνάµε ότι δεν υπάρχει τίποτα το αυτόµατο ή αναγκαίο στην αστυνοµία. Η αστυνοµία αποτελεί µια επιλογή του κράτους σχετικά µε τη διαχείριση όλων των ζητηµάτων που το αφορούν. Η αστυνοµική τάξη εντάσσεται στην κοινωνική τάξη πραγµάτων, αλλά οι αστυνοµικές συµπεριφορές δεν απορρέουν µηχανικά από την κοινωνική τάξη πραγµάτων. Η αστυνοµία είναι µια ηθεληµένη, σχεδιασµένη µορφή παρέµβασης στην κοινωνική τάξη πραγµάτων – έχουν διατυπωθεί δηµόσια πολλές προτάσεις για τη δυνατότητα δηµιουργίας εναλλακτικών τρόπων διαχείρισης των συγκρούσεων και της βίας.
Όταν µιλάµε στη Γαλλία για αστυνοµική βία και ρατσισµό, σκεφτόµαστε αυθόρµητα τις ΗΠΑ, τα πασίγνωστα περιστατικά που έχουν συµβεί εκεί ή κινήµατα όπως το Black Lives Matter. Το βιβλίο αυτό δείχνει µέχρι ποιου σηµείου η αστυνοµική βία και ο ρατσισµός αποτελούν επίσης αναπόσπαστο µέρος της γαλλικής ιστορίας· οι αναφορές στις ΗΠΑ µπορεί, εποµένως, να λειτουργούν ως διαδικασία απόσπασης της προσοχής µας από τη γαλλική πραγµατικότητα. Ταυτόχρονα, καθώς πολλά από τα πιο σηµαντικά βιβλία πάνω σε αυτό το θέµα έχουν δηµοσιευθεί στις ΗΠΑ, βασίζοµαι συχνά σε αυτή τη βιβλιογραφία. Το ζήτηµα δεν είναι να ισχυριστούµε ότι η γαλλική κοινωνία είναι συγκρίσιµη µε την αµερικανική. Ούτε όµως και να αποκλείσουµε εξαρχής αυτή την πιθανότητα. Υπάρχουν οµοιότητες ανάµεσα σε αυτές τις δύο κοινωνίες που συχνά δεν θέλουµε να δούµε. Μερικές φορές, σε πολλά θέµατα, η κατάσταση στη Γαλλία είναι µάλλον χειρότερη. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχουν ίσως περισσότερα κοινά σηµεία ανάµεσα στις δύο χώρες από ό,τι θα θέλαµε να φανταστούµε.
Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι να µας ωθήσει να στοχαστούµε τις θεµατικές της εξουσίας και της κοινωνίας, έχοντας για εφαλτήριο το θάνατο του Ανταµά Τραορέ. Αυτό µας οδηγεί αναγκαστικά στη διερεύνηση των µηχανισµών που, τηρουµένων των αναλογιών, είναι ενεργοί σε άλλες κοινωνίες και άλλα κράτη.
Αυτό που είχε συµβεί για να προκαλέσει το θάνατο του Ανταµά Τραορέ και αυτό που συµβαίνει έκτοτε είναι έκφανση και αποτέλεσµα συστηµάτων εξουσίας και πολιτικών λογικών. Ο Αγώνας Ανταµά είναι το όνοµα της πολιτικής που φέρνει στο φως αυτές τις δυνάµεις και τους αντιπαρατίθεται, που επιλαµβάνεται όλων των διαστάσεων που εµπλέκονται σε αυτή την υπόθεση –του θανάτου του Ανταµά Τραορέ και της διαχείρισης του περιστατικού ως χαρακτηριστικού παραδείγµατος–, θεωρώντας τες άξονες γύρω από τους οποίους δοµείται µια αναλυτική προσέγγιση του κοινωνικού γίγνεσθαι που αποκαλύπτει τη λειτουργία του. Ο Αγώνας Ανταµά είναι εποµένως αγώνας γνωσιακός και πολιτικός: ξεκινά από βιωµατικές εµπειρίες, συγκεκριµένες οδύνες, υπάρχουσες εξουσίες, κρατικούς µηχανισµούς και εµπόδια στην αντίσταση, στο εκάστοτε τοπικό επίπεδο, προκειµένου να επαναδιαµορφώσει ένα στοχασµό για τις κοινωνίες µας. Στόχος είναι να θορυβηθούν όσες και όσοι πιστεύουν υπερβολικά τους µύθους πάνω στους οποίους έχει θεµελιωθεί ο κόσµος µας και οι θεσµοί του. Και στόχος είναι να επανεφεύρουµε µια ισχυρή πολιτική.
Είναι ένας αγώνας για την αλήθεια – κατ’ επέκταση, είναι ταυτόχρονα αγώνας για δικαιοσύνη.
Μία τελική διευκρίνιση: ο Ανταµά Τραορέ σκοτώθηκε από χωροφύλακες. Υπενθυµίζεται, εποµένως, ότι οι όροι «αστυνοµική βία», «αστυνοµική τάξη» ή «αστυνοµία» χρησιµοποιούνται σε αυτό το βιβλίο µε τη γενική τους έννοια, παραπέµπουν πάντα στις δυνάµεις καταστολής εν γένει, αστυνοµία και χωροφυλακή.
Το κείμενο ο Αγώνας Ανταμά είναι γραμμένο από την Ασά Τραορέ και το κείμενο Ρωγμές από τον Ζοφρουά ντε Λαγκανερί. Τα δύο αυτά κείμενα αποτελούν αποσπάσματα από το βιβλίο των Ασά Τραορέ και Ζοφρουά ντε Λαγκανερί, Πως Λειτουργεί η Αστυνομική Τάξη; Ο Αγώνας Ανταμά Τραορέ, το οποίο θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Τόπος
Σημειώσεις
[1]. Οι λαϊκές συνοικίες (quartiers populaires) βρίσκονται κατά κύριο λόγο σε υποβαθµισµένα προάστια ή στην ευρύτερη περιφέρεια µεγαλουπόλεων. Συγκεντρώνουν µεγάλο αριθµό κατοίκων χαµηλής κοινωνικής προέλευσης, πολλοί από τους οποίους είναι µετανάστες ή Γάλλοι µε καταγωγή από χώρες της Βόρειας και Υποσαχάριας Αφρικής που στο παρελθόν ήταν αποικίες ή προτεκτοράτα της Γαλλίας (ΣτΜ).
[2]. Η λέξη «αγόρια» καλύπτει ηλικιακές οµάδες από την εφηβεία µέχρι την ηλικία των τριάντα. «Νεαρά αγόρια» αποκαλούνται τα ανήλικα (ΣτΜ).
[3]. Osny, Bois-d’Arcy, Meaux, Villepinte, Fleury: πόλεις ή κοινότητες στην περιφέρεια του Παρισιού µε αντίστοιχα Σωφρονιστικά Καταστήµατα (ΣτΜ).
[4]. Μαζικές κινητοποιήσεις σε όλη τη χώρα (Μάρτιος-Σεπτέµβριος 2016) ενάντια σε µια µεταρρύθµιση του εργατικού δικαίου. Η καταστολή των διαδηλώσεων προκάλεσε εξήντα οκτώ τραυµατισµούς, από τους οποίους οι δύο ήταν πολύ σοβαροί (ΣτΜ).
[5]. Το κίνηµα των Κίτρινων γιλέκων εµφανίστηκε στα τέλη του 2018 και κορυφώθηκε το 2019. Η καταστολή των διαδηλώσεων προκάλεσε 2.500 τραυµατισµούς. Τα πιο σοβαρά περιστατικά περιλαµβάνουν είκοσι τέσσερις διαδηλωτές που τυφλώθηκαν από πλαστικές σφαίρες και πέντε που ακρωτηριάστηκαν από βοµβίδες κρότου-λάµψης. Βλ. Amnesty International, «Gilets jaunes en France: un bilan inquiétant», 19 Νοεµβρίου 2019 (ΣτΜ).
[6]. Persan: κοινότητα στην περιφέρεια του Παρισιού· Val-d’Oise: νοµός στη διοικητική περιφέρεια Ιλ-ντε-Φρανς (Ile-de-France), στην οποία υπάγεται και το Παρίσι (ΣτΜ).
[7]. Τα τελευταία χρόνια, ο αριθµός θανάτων λόγω αµφιλεγόµενων πράξεων των δυνάµεων καταστολής έχει αυξηθεί σηµαντικά, ανεβάζοντας το µέσο όρο σε δύο τουλάχιστον θανάτους το µήνα. Βλ. σχετικές καταµετρήσεις από τη συλλογικότητα Désarmons-les <https://desarmons.net/listes-des-victimes/personnes-tuees-par-les-forces-de-lordre> (ΣτΜ).
[8]. Ο Malik Oussekine, µε καταγωγή από την Αλγερία, χτυπήθηκε µε γκλοπ από µέλη αστυνοµικής µηχανοκίνητης οµάδας, επειδή θεώρησαν αυθαίρετα ότι συµµετείχε σε µια µαζική φοιτητική διαδήλωση. Ο θάνατός του πυροδότησε εκτεταµένες ταραχές στο Παρίσι. Οι δύο δράστες καταδικάστηκαν σε φυλάκιση δύο και πέντε ετών αντίστοιχα µε αναστολή (ΣτΜ).
[9]. Ο Zyed Benna και ο Bouna Traoré είχαν αντίστοιχα τυνησιακή και µαυριτανική καταγωγή (ΣτΜ).
[10]. Clichy-sous-Bois: κοινότητα στην περιφέρεια του Παρισιού (ΣτΜ).
[11]. Ο θάνατος των δύο ανήλικων προκάλεσε πρωτοφανείς ταραχές σε όλη τη χώρα επί τρεις εβδοµάδες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Το 2015 οι δύο αστυνοµικοί, που κατηγορούνταν για µη παροχή βοήθειας σε άτοµο που διέτρεχε κίνδυνο, αθωώθηκαν (ΣτΜ).
[12]. Ο Abdelwahab Benyahia, µε καταγωγή από την Αλγερία, πυροβολήθηκε εν ψυχρώ από αστυνοµικό υπό καθεστώς µέθης, ενώ προσπαθούσε να διαχωρίσει δύο άτοµα που τσακώνονταν σε ένα µπαρ. Ο δράστης καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών (ΣτΜ).
[13]. Aubervilliers: κοινότητα στην περιφέρεια του Παρισιού (ΣτΜ).
[14]. Ο Abdelkader Bouziane, µε καταγωγή από την Αλγερία, πυροβολήθηκε από δύο µέλη οµάδας BAC (ειδικές οµάδες καταστολής, αντίστοιχες µε τις ΟΠΚΕ), καθώς προσπαθούσε να διαφύγει µε το αυτοκίνητό του από αστυνοµικό µπλόκο στην περιφέρεια του Παρισιού. Ο θάνατός του προκάλεσε πολυήµερες ταραχές στις γύρω περιοχές. Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε (ΣτΜ).
[15]. Ο Lamine Dieng, Γάλλος µε καταγωγή από τη Σενεγάλη, συνελήφθη στο 20ό διαµέρισµα του Παρισιού για επίθεση σε γυναίκα. Κατά την προσαγωγή του σε αστυνοµικό τµήµα, ακινητοποιήθηκε για πολλή ώρα πρηνηδόν στο πάτωµα αστυνοµικού οχήµατος µε δεµένα χέρια και πόδια, έχοντας από πάνω του τέσσερις αστυνοµικούς, συνολικού βάρους 300 κιλών. Οι αδελφές του ίδρυσαν τη συλλογικότητα Κλεµµένες Ζωές (Vies Volées), για να καταγγείλουν την αστυνοµική βία και να χτίσουν δεσµούς αλληλεγγύης µε άλλες οικογένειες θυµάτων αστυνοµικής βίας. Το 2017 η υπόθεση αρχειοθετήθηκε. Η οικογένεια προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου και το 2020 το ∆ηµόσιο δέχτηκε δικαστικό συµβιβασµό, καταβάλλοντας αποζηµίωση 145.000 ευρώ (ΣτΜ).
[16]. Ο Wissam El Yamni, µε καταγωγή από το Μαρόκο, συνελήφθη επειδή, όντας υπό καθεστώς µέθης ξηµερώµατα πρωτοχρονιάς, έριξε απρόκλητα µια πέτρα προς ένα περιπολικό. Ο αδελφός του έγινε συνιδρυτής της συλλογικότητας Επείγον η Αστυνοµία Μας ∆ολοφονεί (Urgence Notre Police Assassine), που καταγγέλλει την αστυνοµική βία και τις µεθόδους συγκάλυψής της από τις αρχές. Το 2021 δηµοσίευσε το βιβλίο Wissam Vérité. Η εισαγγελική έρευνα εκκρεµεί (ΣτΜ).
[17]. Clermont-Ferrand: πόλη στην κεντρική Γαλλία (ΣτΜ).
[18]. Ο Amadou Koumé είχε καταγωγή από τη Σενεγάλη. Η νεκροψία απέδωσε το θάνατο σε πνευµονικό οίδηµα λόγω ασφυξίας και κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Το 2022 τρεις αστυνοµικοί καταδικάστηκαν σε δεκαπέντε µήνες φυλάκισης µε αναστολή για ανθρωποκτονία εξ αµελείας (ΣτΜ).
[19]. Ο Aboubakar Fofana είχε καταγωγή από το Μάλι. Ο έλεγχος έγινε σε µια λαϊκή συνοικία στην περιφέρεια της Νάντης, στη δυτική Γαλλία. Ο θάνατός του προκάλεσε πολυήµερες ταραχές στις γύρω περιοχές. Ασκήθηκε δίωξη στο δράστη για θανατηφόρα σωµατική βλάβη. Η υπόθεση εκκρεµεί (ΣτΜ).
[20]. Ο Gaye Camara είχε καταγωγή από το Μάλι. Ο θάνατός του επήλθε από αστυνοµικά πυρά κατά τη διάρκεια καταδίωξης κλεµµένου αυτοκινήτου. Η οικογένειά του ίδρυσε τη συλλογικότητα Αλήθεια και ∆ικαιοσύνη για τον Γκαγιέ Καµαρά (Vérité et Justice pour Gaye Camara). Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε (ΣτΜ).
[21]. Épinay-sur-Seine: κοινότητα στην περιφέρεια του Παρισιού (ΣτΜ).
[22]. Λευκός και µιγάς µε καταγωγή από την Υποσαχάρια Αφρική αντίστοιχα. Οι µητέρες τους ίδρυσαν τη συλλογικότητα Sélom Matisse, ζητώντας αλήθεια και δικαιοσύνη στην υπόθεση του θανάτου των γιων τους. Το 2021 η υπόθεση αρχειοθετήθηκε (ΣτΜ).
[23]. Saint-Maurice Pellevoisin: συνοικία στα όρια της Λιλ, στη βόρεια Γαλλία (ΣτΜ).
[24]. Στη Γαλλία όλες οι συζητήσεις διεξάγονται αρχικά πάντα στον πληθυντικό. Η χρήση ενικού θεωρείται εξαιρετικά προσβλητική (ΣτΜ).
[25]. Isaac Paul, Alice Maruani, «Violences policières: “C’est malheureux mais on rigole des coups et des humiliations”», Street Press, 24 Φεβρουαρίου 2017.
