Ενίσχυσε τις ανεξάρτητες φωνές – ενίσχυσε την παρέμβαση των «από κάτω» στον δημόσιο λόγο

Ημερολόγια Ανθρωπολογίας – Μπογκοτά

“Αφέθηκε να παρασυρθεί από την πεποίθησή του πως οι άνθρωποι δεν γεννιούνται μια για πάντα την ημέρα που τους φέρνουν στον κόσμο οι μητέρες τους, αλλά πως η ζωή τούς αναγκάζει, ξανά και ξανά, να γεννούν οι ίδιοι τον εαυτό τους.”

  • Gabriel Garcia Marquez (από το βιβλίο Έρωτας στα χρόνια της Χολέρας)

 

Έφτασα. Όπως περίμενα το οξυγόνο δεν είναι πολύ και ζαλίζομαι λίγο καθώς η πόλη βρίσκεται στα 2640μέτρα υψόμετρο. Τα βουνά που την αγκαλιάζουν στα ανατολικά και προσπαθούν μάταια να την περιορίσουν βρίσκονται πάνω από τα 3100 μέτρα και μου προκαλούν δέος κάθε φορά που τα κοιτάζω και αγγίζουν τα σύννεφα. Παράλληλα, βοηθάνε εξαιρετικά στον προσανατολισμό.

Ο καιρός τον Ιούλιο στη Μπογκοτά δεν είναι καλός.  Ούτε και κακός είναι.  Αρκεί να βάζεις συνέχεια αντιηλιακό και να φοράς αδιάβροχα ρούχα καθώς στο ίδιο μισάωρο είναι εξαιρετικά πιθανό να καείς από τον ήλιο και να γίνεις μούσκεμα.

 

Σημείωση: Γενικότερα ο καιρός στην χώρα εξαρτάται από τα φαινόμενα El Niño και La Niña τα οποία είναι τελείως χαοτικά και δεν παρουσιάζουν καμία περιοδικότητα/σταθερότητα. Αυτό συμβάλει στο 1. να μη μπορούν να υπολογίσουν οι ντόπιοι πότε πχ. θα έχουν νερό τα ποτάμια αλλά και 2. σε πολλά αστεία του τύπου «Γι’ αυτό έχουμε τέτοιο χάος στην καρδιά μας και στην χώρα».

 

Ξέρω ότι θα έπρεπε να σας είχα γράψει νωρίτερα,  να διαβάζω περισσότερο για τις ξεναγήσεις και να ασχολούμαι πιο σοβαρά με το ζήτημα της εύρεσης εργασίας και θέματος διδακτορικού. Ωστόσο, εγώ περνάω τον χρόνο μου – όταν δεν δουλεύω ρεσεψιόν – να κάνω βόλτες με τα λεωφορεία στην πόλη, να πιάνω πολιτικές συζητήσεις, να παζαρεύω σε πάγκους λαϊκών και να αράζω σε παγκάκια με παππούδες που μου εξηγούν πως τα ντόπερμαν είναι τα κατάλληλα σκυλιά για κυνοδρομίες – ενώ δεν είναι.

 

Αισθητική του Τρόμου

 

Ένα πράγμα που με ζορίζει πολύ σε αυτήν την πόλη είναι ο τρόμος που την διαπερνά. Δεν βλέπεις κανένα στο κινητό του. Και όχι, δεν είναι επειδή ζουν την στιγμή. Είναι λες και όλοι είναι αυτοφυλακισμένοι. Σε όλα τα παράθυρα έχει σίδερα και παντού ψιλά κάγκελα και πάνω από αυτά συρματοπλέγματα. Μερικά με ηλεκτρισμό, άλλα με καρφιά. Κι όταν λέω παντού, εννοώ μέχρι και στο κοριεντάσο της γειτονιάς, που επισκέπτομαι καθημερινά για το menu del dia με 4€[i].  Σε πολλά βιβλιοπωλεία, σε κάποια καφέ και σε όλα τα πιο πολιτικοποιημένα μέρη χρειάζεται να ξεκλειδώσεις τον σύρτη σε μία πόρτα και μετά να χτυπήσεις κουδούνι και να σου ανοίξουν την δεύτερη πόρτα από την οποία εισέρχεσαι στο χώρο.

Οι ντόπιοι που με βλέπουν προβληματισμένο και πειραγμένο από την όλη κατάσταση με ρωτάνε με ένα μειδίαμα περιέργειας, ενθουσιασμού και έγνοιας μέχρι τι ώρα έχω περπατήσει έξω το βράδυ και αυτή η ερώτηση… Μόνο που μπαίνουν στην διαδικασία να την σκεφτούν με παραλύει. Μετά μου μαθαίνουν κόλπα για το πως όταν με κλέψουν να μην μου τα πάρουν όλα και να ζήσω.  Μου λένε να μην βγάζω το κινητό μου καθώς περπατάω στο δρόμο κι ούτε καν σε λεωφόρους, μα εγώ που δεν αντέχω να φοβάμαι τους αγνοώ, κι εκείνοι με συγχωρούν καθώς η σωματοδομή μου μειώνει αισθητά τις πιθανότητες οι φόβοι τους να βγουν αληθινοί.

Προσπαθώ να μην επηρεάζομαι αλλά αυτή η λογική και αισθητική του φόβου μου προκαλεί ένα σφίξιμο μεταξύ στομαχιού και διαφράγματος. Κι όσο μου λένε πόσο επικίνδυνα είναι και με τρομάζουν, τόσο, από συνήθεια, με κάνουν να θέλω να πάω εκεί που φοβάμαι. Σκέφτομαι τη μητέρα μου, λέω δεν αξίζει και μπαίνω σε ένα ταξί.

Ωστόσο, ο φόβος δεν είναι καν αυτό που με πειράζει περισσότερο. Πιο πολύ από όλα με πειράζει που δεν καταλαβαίνω τι γίνεται.  Δε μπορώ να ψυχογραφήσω με τίποτα το συλλογικό ασυνείδητο του μέσου Κολομβιανού. Και όποιον, και όποια κι αν ρωτάω κανείς δεν ξέρει να μου πει τι σημαίνει να είσαι από την Κολομβία και κατά το σύνηθες αρχίζουν να μου λένε μια προσωπική τους εμπειρία.

Από τους Μουίσκας, το Ελ Ντοράντο, τη μεγάλη Κολομβία στη «σφαγή της Μπανάνας», το Μπογκοτάσο και την εποχή της βίας και από τη Μαρκετάλια και την ίδρυση των FARC μέχρι τον Πάμπλο Εσκομπάρ και τις πολλές και ποικίλες ένοπλες ομάδες και τη «Συμφωνία της Ειρήνης» δυσκολεύομαι πολύ να καταλάβω τι συμβαίνει στην πιο ποικιλόμορφη και “ζωντανή” χώρα του κόσμου.

 

Σημείωση: Η Κολομβία είναι η πιο βιοποικιλόμορφη χώρα ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Για όσα γράφτηκαν στην τελευταία παράγραφο (σημαντικά σημεία/γεγονότα της Κολομβιανής ιστορίας) θα γράψω ξεχωριστό άρθρο.

 

Καταλαβαίνω όμως παράλληλα ότι σε μια πρωτεύουσα δε μπορείς να δεις πραγματικά την κουλτούρα του λαού.  Αυτές οι μεγαλουπόλεις έχουν φτιαχτεί για άλλους σκοπούς, για καταναλωτές κι εργάτες όχι για ανθρώπους, κοινότητες, έθιμα.  Αποφασίζω λοιπόν να κάνω υπομονή ώσπου να διαβάσω τον Bushnell, τον Davis, περισσότερο Marques και Molano και να εξερευνήσω περισσότερο την χώρα[ii].

Ένα τυπικό σπίτι (ως προς την περιφρούρηση – όχι ως οίκημα).

Το Κοριεντάσο της γειτονιάς.

 

Εστράτο 1

Έτσι μια Δευτέρα αργία βγαίνω για περπάτημα στο πιο κεντρικό μερκάδο (αγορά) της πόλης.

 

Σημείωση: Στη Μπογκοτά κάθε Κυριακή και μέρα αργίας (που είναι πολλές) κλείνουν μερικούς από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης ώστε να παίξουν τα παιδιά, να πουλήσει ο κόσμος ό,τι θέλει στο δρόμο, να κάνουν ποδήλατο – κυριολεκτικά το ονομάζουν “Ciclovia Bogota” (ποδηλατοδρόμος Μπογκοτά) και εν γένει να ζήσουν οι ντόπιοι και οι επισκέπτες της το κέντρο της πόλης ως ελεύθερο δημόσιο χώρο. Οι Κολομβιανοί φημίζονται για την ποδηλατική τους κουλτούρα και για το ότι ξυπνάνε τρομερά νωρίς.

Λίγο αυτή η περιέργεια μου, λίγο το καλό μου γούστο, θα με φέρουν λίγες μέρες αργότερα να περπατάω σε μέρη, φυσικά και διανοητικά, που δεν έχει καμία δουλειά κάποιος μη Κολομβιανός. Μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια να αγοράσω μια ζακέτα δε μπορούσα να φύγω από το μερκάδο χωρίς να μιλήσω στην Φ. Εκείνη συμφώνησε σε ένα καφέ κι εγώ ορκίστηκα στον εαυτό μου να είμαι όσο πιο ανοιχτός έχω υπάρξει ποτέ – πράγμα που εν τέλει θα μου χρειαζόταν. Η Φ. προέρχεται από το εστράτο 1 κι αυτό, για όποιον γνωρίζει έστω και λίγο την Κολομβία, είναι αρκετό για να καταλάβει ότι ή ζωή της κι οι ιστορίες της κάνουν έναν Ευρωπαίο, ακόμα κ αν έχει ταξιδέψει σε 40 χώρες κι ακόμα και αν έχει ζήσει κ εκείνος πολλά… να φαίνεται και να νιώθει σα πριγκίπισσα της Ντίσνεϊ.

 

Σημείωση: Κάθε πόλη στην Κολομβία χωρίζεται κοινωνικά, οικονομικά και τοπογραφικά, δηλαδή οι γειτονιές, σε εστράτος, δηλαδή επίπεδα διαβίωσης, με το 5 να είναι το ανώτερο και το 1 το κατώτατο.

 

Εγώ της μιλάω για τα έθιμα της Κρήτης και τις περιπέτειες μου στο Βιετνάμ, την Ινδία και την Αίγυπτο κι εκείνη μου ανοίγει έναν κόσμο στην Κολομβία που μόνος μου δεν θα έβλεπα,  άγγιζα,  μάθαινα ποτέ μου σε καμία περίπτωση.

Σπίτια γεμάτα αίματα,  παιδιά παρατημένα,  βιασμοί, δολοφονίες, ναρκωτικά, έρωτες, τσακωμοί και συμφιλιώσεις, ατελείωτα μεροκάματα πριν από το ξημέρωμα, όνειρα κατεστραμμένα και μια ελπίδα και μια δύναμη που δεν ησυχάζει ποτέ. Μετά από κάθε περιγραφή της, με ένα μείγμα ντροπής και ανησυχίας μην με τρομάξει μου λέει αμήχανα «Στο είπα ότι η ζωή μου ξεπερνά τη μυθοπλασία».

Την ακούω με απόλυτη προσήλωση και κρατάω με νύχια και με δόντια την ψυχραιμία μου, ενώ νιώθω ότι ο θυμός κι ο φόβος θα ξεχειλίσουν σε λίγο από τα μάτια μου. Κάνω μια ύστατη προσπάθεια να είμαι βαθιά συμπονετικός και να βρω μερικές λέξεις να πω για τα όσα με μεγαλείο καρδιάς και ατόφια ειλικρίνεια  μοιράζεται μαζί μου, αλλά όποιος δεν έχει σηκώσει το βάρος της φτώχειας και της περιθωριοποίησης που προκαλεί η αποικιοκρατία είναι καλύτερα να το βουλώνει. Κι έτσι σκάω και την παίρνω μια αγκαλιά, με μάτια και οι δύο βουρκωμένα.

 

Οι Αγορές των Ζωντανών

 

Στο μερκάδο (λαϊκή αγορά) Mariposa και το San Andresito ψάχνουμε μια μακρυμάνικη μπλούζα στο μέγεθος μου[iii] καθώς φοβάμαι ότι θα με φάει η Μαλάρια και ο Ντένγκε[iv] στον Αμαζόνιο. Παρόλο που πρέπει να είμαι ο μόνος ξένος στα τριγύρω δύο με τρια χιλιόμετρα ο κόσμος κοιτάει τόσο πολύ την Φ., που περνάω σχεδόν απαρατήρητος. Πράγμα που απολαμβάνω δεόντως, καθώς μ’ αρέσει να φαντασιώνομαι ότι φταίει το πόσο έχω ενσωματωθεί στο περιβάλλον που κανείς δε με παρατηρεί κι όχι λόγω της ομορφιάς της κοπέλας που περπατάει μπροστά μου ανοίγοντας δρόμο λες και το μερκαδο είναι το σαλόνι της.

Παρατηρώ τους Κολομβιανούς στις αγορές τους και ζηλεύω, όπως ζήλευα τους Μεξικανούς.  Εδώ, λόγω της βροχής αλλά και της Αμερικανοποίησης έχουν πολλά μέρη που μοιάζουν με τεράστια μολ όπως το San Andresito που ανέφερα.  Αλλά όχι όπως αυτά που φαντάζεστε, με εργαζόμενους που τους λέει κάποιος άλλος πως πρέπει να ντυθούν, πως πρέπει να συμπεριφερθούν και να συνδεθούν με τον κόσμο,  που κάποιος άλλος αποφασίζει την δομή και την αισθητική του περιβάλλοντος χώρου που θα περάσουν τη μισή τους συνειδητή ζωή (εργασία) ή κάποιες ώρες με τους αγαπημένους τους αν είναι επισκέπτες/καταναλωτές.  Όχι, εδώ οι άνθρωποι φαίνεται να έχουν επιλογή και άρα βούληση πάνω στη ζωή τους. Κάθε άτομο φτιάχνει/στήνει το κατάστημα του (ή αυτό που δουλεύει) όπως του αρέσει, βάζει ότι του αρέσει με ότι τρόπο θέλει, φοράει ό,τι του κάνει κέφι κι αποφασίζει το ίδιο το άτομο αν θα είναι ευγενικό,  απότομο,  φιλικό, χαρούμενο,  δυστυχισμένο, κουρασμένο ή ότι άλλο θέλει σε κάθε συναναστροφή του και για όποιους λόγους θέλει.  Δεν του λέει ο Ζάρα και ο κάθε Ζάρα πως πρέπει να φέρεται, τι πρέπει να βλέπει, να φοράει και να κάνει και ποιο πρέπει να είναι για (τουλάχιστον) 8 ώρες τη μέρα.

– Μα, δεν είναι πολύ πιο φτωχοί;

– Πρέπει να μου ξεκαθαρίσετέ σε τι αναφέρεστε;

– Σε χρήματα.

– Αα ναι σε αυτό, σίγουρα! Σε ύπαρξη, επιθυμία και βούληση ωστόσο, δεν νομίζω.

 

Καταλαβαίνω βέβαια ότι για τους δυτικούς που αναγκάστηκαν να σιχαθούν τόσο πολύ την λαϊκή κουλτούρα, την πηγαία κοινωνικότητα και τον αυθορμητισμό τους για να υιοθετήσουν τις συμπεριφορές και την αισθητική των αυτονομαζόμενων αναπτυγμένων χωρών αυτά τους φαίνονται χάος και άσχημα. Εμένα πάλι μου φαίνονται…ζωντανοί. Δεν σκότωσαν ακόμα αυτό που είναι κι ας μην έχει τόση φινέτσα και στιλ σαν τα ευρωπαϊκά μαγαζιά.  Έχει ψυχή. Την ψυχή που βάζει κάθε άτομο που παρευρίσκεται στο δημόσιο χώρο με τον τρόπο που αυτό νιώθει καλύτερα κι όπως εξάλλου θα έπρεπε να είναι,  όπως τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις γενναίες των παππούδων μας ήταν, μία αγορά. Αλλά caramel machiato και αποστειρωμένα instagramable σκηνικά δεν έχει, όχι.

Αυτά κάθομαι και λέω στην Φ. μεσ’ τη μέση του δρόμου κουνώντας υπερβολικά εκφραστικά τα χέρια μου και κάνοντας γκριμάτσες ανάλογα με την περίσταση. Η Φ. χαμογελάει καθώς διασκεδάζει με τους προβληματισμούς μου και τον τρόπο που τους εκφράζω ακόμα κι αν δε μπορεί ακριβώς να συνδεθεί με αυτήν την περίεργη εκτίμηση που τρέφει ενας δυτικός για τον τρόπο ζωής των φτωχότερων στρωμάτων της χώρα της.

Σημείωση: Στην Κολομβία οι άνθρωποι μιλάνε με πολύ γλυκό τρόπο ο ένας στον άλλο αποκαλώντας αγνώστους βασιλιά-ισα, έρωτα, αγάπη, όμορφο-η κτλ. Πολλές φορές παρεξηγείται, ειδικά από τους μη Λατινοαμερικάνους, ως φλερτ αλλά δεν είναι.

 

Τίντο[v] με την θεία Σέσι

 

Οι μέρες περνάνε κι εγώ τριγυρνάω σε γειτονιές στην πόλη συνεχίζοντας να αγνοώ επιδεικτικά οτιδήποτε πρέπει να δει ένας ξένος κι ακολουθώ τα θέλω των ντόπιων.  Κάπως έτσι ένα απόγευμα θα βρεθώ να πίνω τιντο στην ταράτσα της θείας μιας καλής μου φίλης Μπογκοτάνας (που μέναμε μαζί στο Μεξικό). Έχουμε περάσει την ημέρα στην Ciudad Bolivar[vi] και παρόλο τις πολλές ώρες περπατήματος, ο κακόφημος νότος της Μπογκοτά δε με έχει κουράσει πραγματικά, πάρα μόνο ζαλίσει λίγο με τον άπειρο θόρυβο και την πληθώρα ερεθισμάτων.

Η θεία Σέσι έχει πολύ όρεξη για κουβέντα και η καλή της πρόθεση και η αμεσότητά της σε κάνουν να την εμπιστεύεσαι στιγμιαία. Λίγο μετά το “στιγμιαία”, κι ενώ σκέφτομαι ότι πρέπει να βάλω πλυντήριο γιατί μεθαύριο θα βγω πάλι στο δρόμο, της εξηγώ ότι εγώ δεν θέλω να ταξιδέψω άλλο. Παραπονιέμαι ότι θέλω απλά να δώσω όλο μου τον ενθουσιασμό,  την εμπειρία,  το πάθος, την γνώση,  την όρεξη σε κάτι που μου αρέσει και με εκφράζει και με κάνει να αισθάνομαι καλά. Αλλά το γαμημένο το σύστημα με κάνει να εύχομαι να βρω μία δουλεία (σωστά τον βάζω τον τόνο) που απλά να πληρώνει τους λογαριασμούς μου κι άντε και καμία εκδρομή και καμιά ρακή. Εγώ δουλεύω όπου να ‘ναι και ταξιδεύω, φτωχικά, όπου μπορώ, και οι φίλοι μου με τις σταθερές δουλειές και καθημερινότητες, μεταξύ κρίσεων πανικού,  απογοήτευσης και άγχους,  μου λένε ότι ήρθε η ώρα να σοβαρευτώ και να φτιάξω κι εγώ την ζωή μου. Κι αυτές οι τελευταίες τρεις προτάσεις είναι ό,τι χρειάζεται να ξέρει κάποιος για την γενιά του 90 στην Ελλάδα. Μάλλον και για αυτήν της Κολομβίας, καθώς η φίλη μου κι ο ξάδερφος της σιγοντάρουν με στεναχωρημένα  «ναι» και «ακριβώς» τα λόγια μου και γνέφουν καταφατικά στο συναίσθημα μου.

 

“Οι έφηβοι της γενιάς μου, αχόρταγοι για ζωή, ξέχασαν με το σώμα και την ψυχή τις ελπίδες τους για το μέλλον, ώσπου η πραγματικότητα τους δίδαξε πως το αύριο δεν ήταν αυτό που είχαν ονειρευτεί — και τότε ανακάλυψαν τη νοσταλγία.”

  • Gabriel Garcia Marquez

 

Η θεία Σέσι νιώθω με αγνοεί πλήρως και ξεκινάει μια ωριαία διάλεξη που αγγίζει τον Ιησού,  τη Μαριχουάνα, τους άστεγους στη γειτονιά, το σεισμό στη Βενεζουέλα και τα καπρίτσια των παιδιών της. Μετά τα πρώτα 15 λεπτά αντιλαμβάνομαι ότι δε με αγνόησε καθόλου. Ακριβώς το αντίθετο. Μοιράζεται μαζί μου την ιστορία της ζωής της ώστε να καταλήξει να με κινητοποιεί με το “Οι χρόνοι του Θεού είναι τέλειοι κι οφείλω να τον εμπιστευτώ. Ό,τι κ αν είναι για εμένα ο Θεός”. Τα καταφέρνει εν τέλει να με κάνει να αισθανθώ καλύτερα κι ο υιός της κι η φίλη μου τώρα μοιάζουν να συμφωνούν απόλυτα με την αντίληψη για τον κόσμο της θείας Σέσι, κυρίως λόγω της ανεπιτήδευτης αυθεντικότητας της, που φαίνεται πως πάντα την οδηγούσε στη ζωή, παρά απαραίτητα λόγω των περιεχομένων του λόγου της.

Όπως η γιαγιά μου από την Γαρίπα, τόσο η Φ., όσο κι η θεία Σέσι ανήκουν σε αυτή την κατηγορία των πολύ μεγάλων ανθρώπων που θέλουν τόσα πολλά να δώσουν κι αφού καμιά τους δεν έχει τίποτα υλικό, σου χαρίζουν το ύψιστο δώρο στην ζωή: την ανοιχτότητα και την απόλυτη ειλικρίνεια τους, ένα καθάριο χαμόγελο και μια ζεστή αγκαλιά.

 

 

Κάπου μεταξύ της Κρήτης και του Κόσμου,

 

[i] Κοριεντάσος είναι τοπικά λαϊκά εστιατόρια που προσφέρουν, κατά το σύνηθες σε πολύ προσιτή τιμή, βασική παραδοσιακή κουζίνα σε ένα «μενού της ημέρας» που περιλαμβάνει σούπα, μεγάλο κυρίως πιάτο και χυμό.

[ii] Ο Bushnell έχει γράψει το απόλυτο βιβλίο Κολομβιανής ιστορίας «Κολομβία – Ένα έθνος εναντίον του εαυτού του». Ο Davis είναι ανθρωπολόγος και εξερευνητής του National Geographic που έχει γράψει εκτενώς πάνω στην κοινωνία, κουλτούρα και ιστορία της Κολομβίας. Ο Gabriel Garcia Marquez είναι ο γνωστός Νομπελίστας Κολομβιανός λογοτέχνης που φημίζεται για τον μαγικό ρεαλισμό. Ο Molano είναι ο διασημότερος Κολομβιανός κοινωνιολόγος και δημοσιογράφος με τεράστια έρευνα στο αντάρτικο στην Κολομβία.

[iii] Οι Κολομβιανοί είναι σχετικά μικρόσωμοι κι αυτό κάνει πολύ δύσκολη την εύρεση ρούχων για πιο μεγαλόσωμα άτομα

[iv] Μαλάρια = Ελονοσία και Ντένγκε είναι τροπικές ασθένειες που μεταδίδονται από κουνούπια.

[v] Ονομασία που χρησιμοποιείται στην Κολομβία για τον απλό μαύρο καφέ, συνήθως γλυκό και σε μικρό φλιτζάνι, καταναλώνεται καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και συνοδεύεται με Αγουαρδιέντε (ρακί της Κολομβίας) ή γλυκά ανάλογα την ώρα της ημέρας. Σε αντίθεση με την φαντασία σας: το Αγουαρδιέντε το βάζουν μέσα στον καφέ το πρωί πριν τη δουλειά και τα μπισκότα το βράδυ.

[vi] Γειτονιά στο νότο της Μπογκοτά, στις πλαγιές των βουνών, κατασκευασμένη αποκλειστικά από του κατοίκους της αφότου εκείνοι έφτασαν στη Μπογκοτά για να γλιτώσουν αυτό που ευρέως ονομάζεται στην Κολομβία «πόλεμος» μεταξύ διάφορων ενόπλων ομάδων που ελέγχουν δρόμους/περάσματα και περιοχές.

 

Εικόνα μέσα από το Τελεφερίκ που οδηγεί στη γειτονιά Ciudad de Bolivar.

Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οποιοδήποτε ζήτημα, διευκρίνιση ή για να υποβάλλετε κείμενο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected]

Οδηγίες για την υποβολή κειμένων στο site Jacobin Greece

Newsletter-title3