Ενίσχυσε τις ανεξάρτητες φωνές – ενίσχυσε την παρέμβαση των «από κάτω» στον δημόσιο λόγο

Η κυβέρνηση ξέχασε να καταδικάσει τη ναζιστική επίθεση στην Ελευσίνα; – Γιατί άραγε;

Τέσσερις ημέρες μετά τη δολοφονική επίθεση σε 32χρονο αντιφασίστα στην Ελευσίνα, η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία δεν είχαν εκδώσει, σύμφωνα με την έρευνά μας, ούτε μία ανακοίνωση καταδίκης. Όταν ρωτήσαμε τον Παύλο Μαρινάκη, καταδίκασε (επιτέλους) την απόπειρα δολοφονίας, αλλά αρνήθηκε να χαρακτηρίσει την επίθεση ναζιστική. Την ίδια στιγμή, για τρικάκια και κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, είχε τρέξει να μιλήσει για φασισμό πριν συμπληρωθεί το 24ωρο.

Την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου, δύο νεαροί με καταγγελλόμενη νεοναζιστική δράση επιτέθηκαν με μαχαίρι σε έναν 32χρονο αντιφασίστα έξω από το σπίτι του, στην Ελευσίνα. Τον μαχαίρωσαν δύο φορές. Ακολούθησε και τρίτο χτύπημα, το οποίο ευτυχώς απέφυγε, αλλιώς θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο, καθώς το μαχαίρι κινείτο κοντά στην καρδιά.

Το θύμα μεταφέρθηκε αιμόφυρτο στο νοσοκομείο. Ευτυχώς επέζησε. Και έτσι, δεκατρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δεν θρηνούμε ακόμη έναν νεκρό από φασιστική βία.

Η επίθεση φαίνεται καθαρά ακόμα και σε βίντεο. Μάλιστα ο ένας από τους δύο ακούγεται να δηλώνει ότι είναι φασίστας και να φωνάζει στον άλλον «σφάξ’ τον».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του 32χρονου στο MEGA, οι δύο νεαροί δεν επιτέθηκαν σε κάποιον τυχαίο περαστικό. Τον γνώριζαν και αναφέρθηκαν ρητά στην πολυετή αντιρατσιστική και αριστερή δράση του. Οι συνήγοροί του καταγγέλλουν οργανωμένη ενέδρα με ναζιστικά κίνητρα.

Οι δύο κατηγορούμενοι, ηλικίας 18 και 22 ετών, αντιμετωπίζουν δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Δημοσιογραφικές έρευνες τους συνδέουν με τη νεοναζιστική οργάνωση Propatria, η οποία δραστηριοποιείται στον χώρο των ακροδεξιών ομάδων που συνεχίζουν τη δραστηριότητά τους μετά την καταδίκη της Χρυσής Αυγής.

Τέσσερις μέρες χωρίς ανακοίνωση

Στις 8 Οκτωβρίου, ο ΣΥΡΙΖΑ καταδίκασε τη φασιστική επίθεση και κάλεσε τις πολιτικές δυνάμεις να μην επιτρέψουν την επανεμφάνιση των χρυσαυγίτικων ταγμάτων εφόδου. Ακολούθησαν η Νέα Αριστερά, το ΜέΡΑ25 και το ΠΑΣΟΚ, που μίλησε για μηδενική ανοχή στη φασιστική βία.

Από την κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία, αντίθετα, μέχρι την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου, δεν είχαμε εντοπίσει αντίστοιχη δημόσια ανακοίνωση.

Γι’ αυτό και ρωτήσαμε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη:

«Δεν ψάξαμε καλά ή δεν έχετε καταδικάσει τη νεοναζιστική επίθεση;»

Θέσαμε παράλληλα το ερώτημα της διαφορετικής αντιμετώπισης. Γιατί όταν συλλογικότητες πετούν χαρτάκια ή όταν πραγματοποιούνται κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, η κυβέρνηση σπεύδει να μιλήσει για φασισμό και βία, ενώ στην Ελευσίνα, όπου ένας άνθρωπος δέχθηκε μαχαιριές, δεν είχε υπάρξει αντίστοιχη δημόσια καταδίκη;

Ο Μαρινάκης δεν ξεκίνησε την απάντησή του καταδικάζοντας τη νεοναζιστική επίθεση. Ξεκίνησε αμφισβητώντας την ερώτηση.

Μας κατηγόρησε ότι επιχειρούμε να «ξεπλύνουμε τη μία πλευρά της βίας», ότι δημιουργούμε εντυπώσεις και ότι παίζουμε πολιτικά παιχνίδια. Μας είπε να κοιταχτούμε στον καθρέφτη και αναφέρθηκε σε άλλη δολοφονία, στη Θεσσαλονίκη, υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι δημοσιογράφοι δείχνουν επιλεκτική ευαισθησία.

Επανειλημμένα δήλωσε ότι κάθε ανθρώπινη ζωή έχει την ίδια αξία και ότι η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη οφείλουν να κάνουν τη δουλειά τους.

Όταν επιμείναμε για τη συγκεκριμένη επίθεση, καταδίκασε τελικά την απόπειρα δολοφονίας.

Η καταδίκη, όμως, δεν συνοδεύτηκε από αναγνώριση του καταγγελλόμενου ναζιστικού χαρακτήρα της.

Στην τελευταία μας ερώτηση, «Είναι ναζιστική επίθεση;», απάντησε ότι τα πραγματικά κίνητρα θα τα κρίνει η Δικαιοσύνη και ότι δεν πρόκειται ο ίδιος να εκδώσει δικαστική απόφαση.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Δεν αρνήθηκε να καταδικάσει την απόπειρα δολοφονίας. Απέφυγε να καταδικάσει τη συγκεκριμένη πράξη ως ναζιστική βία.

Για τα χαρτάκια, όμως, δεν περίμενε τη Δικαιοσύνη

Κατά τη διάρκεια της ίδιας ενημέρωσης, ο Μαρινάκης μάς προκάλεσε να εντοπίσουμε ανακοίνωσή του που να καταδικάζει μέσα σε λίγες ώρες κάποια παρέμβαση με χαρτάκια.

Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε πολύ.

Στις 12 Φεβρουαρίου 2025, μέλη του Ρουβίκωνα πήγαν με μοτοπορεία έξω από το σπίτι του νεοεκλεγέντος Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τασούλα, στην Κηφισιά. Πέταξαν τρικάκια σχετικά με την τραγωδία των Τεμπών και φώναξαν συνθήματα.

Δεν καταγράφηκε κανένας τραυματισμός.

Το ίδιο βράδυ, ο Παύλος Μαρινάκης εξέδωσε ανακοίνωση χαρακτηρίζοντας τους συμμετέχοντες εκπροσώπους της «χειρότερης εκδοχής του φασισμού». Μάλιστα, χρησιμοποίησε το περιστατικό για να επιτεθεί στην αντιπολίτευση, την οποία κατηγόρησε για τοξικότητα και συκοφαντίες.

Δεν ζήτησε να περιμένουμε τη Δικαιοσύνη για να διαπιστωθεί αν τα τρικάκια συνιστούσαν φασιστική ενέργεια. Έκανε ο ίδιος τον πολιτικό χαρακτηρισμό μέσα σε λίγες ώρες.

Τον Ιούλιο του 2025, όταν μέλη συλλογικότητας πέταξαν τρικάκια και έγραψαν σύνθημα στο πολιτικό γραφείο του υφυπουργού Υγείας Δημήτρη Βαρτζόπουλου στη Θεσσαλονίκη, η Νέα Δημοκρατία έκανε λόγο για φασιστική ενέργεια.

Πρόκειται για πράξεις που μπορούν να ελεγχθούν ως προς τη νομιμότητά τους. Δεν είναι, όμως, ίδιες με το μαχαίρωμα ενός ανθρώπου και τη δίωξη για απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Η ταχύτητα και η αυστηρότητα των πολιτικών χαρακτηρισμών φαίνεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με το περιστατικό.

Η Σύρος και τα «φασιστικά χαρακτηριστικά» μιας διαδήλωσης

Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν θυμηθούμε τι συνέβη στη Σύρο στις 22 Ιουλίου 2025.

Εκείνη την ημέρα, κάτοικοι και αλληλέγγυοι στην Παλαιστίνη συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι της Ερμούπολης για να διαμαρτυρηθούν για τον πόλεμο στη Γάζα και την άφιξη ισραηλινού κρουαζιερόπλοιου. Η κινητοποίηση δεν συνοδεύτηκε από καταγεγραμμένους τραυματισμούς, αλλά εμπόδισε την αποβίβαση των επιβατών, με αποτέλεσμα το πλοίο να αναχωρήσει.

Το ίδιο βράδυ, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης καταδίκασε την κινητοποίηση, χαρακτηρίζοντας τα γεγονότα ντροπιαστικά για την Ελλάδα. Ζήτησε μάλιστα συγγνώμη από τους Ισραηλινούς τουρίστες και έκανε λόγο για αντισημιτισμό.

Το επόμενο πρωί, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης εμφανίστηκε στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά 90,1.

Χαρακτήρισε το περιστατικό εξοργιστικό και δήλωσε ότι η διαμαρτυρία είχε, κατά την εκτίμησή του, φασιστικά χαρακτηριστικά. Υποστήριξε ότι η κινητοποίηση στρεφόταν εναντίον ανθρώπων λόγω της εθνικότητάς τους και κάλεσε τις αρχές να εφαρμόσουν τη νομοθεσία.

Δεν χρειάστηκε να προηγηθεί δικαστική απόφαση για να μιλήσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος για φασισμό.

Η κυβέρνηση μπορούσε να διαφωνήσει με τη διαμαρτυρία ή να θεωρεί παράνομη την παρεμπόδιση της αποβίβασης. Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός ότι την επόμενη ημέρα προχώρησε σε τόσο βαρείς πολιτικούς χαρακτηρισμούς καθιστά ακόμη δυσκολότερη την εξήγηση της στάσης της για την Ελευσίνα.

Για μια κινητοποίηση χωρίς καμία σωματική επίθεση, ο Μαρινάκης μίλησε για φασιστικά χαρακτηριστικά.

Για μια επίθεση με μαχαίρια εναντίον αντιφασίστα, ζήτησε να περιμένουμε τη Δικαιοσύνη.

Η επίθεση στην Ελευσίνα δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό

Το ζήτημα ξεπερνά μια αντιπαράθεση στην αίθουσα ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών.

Η επίθεση στην Ελευσίνα σημειώθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026. Μία ημέρα μετά τη συμπλήρωση έξι χρόνων από την ιστορική δικαστική απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2020, με την οποία η Χρυσή Αυγή κρίθηκε εγκληματική οργάνωση.

Η απόφαση εκείνη υπήρξε αποτέλεσμα μιας μακράς δικαστικής διαδικασίας και ενός μεγάλου αντιφασιστικού αγώνα. Είχε προηγηθεί η δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον χρυσαυγίτη Γιώργο Ρουπακιά, η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν από νεοναζί, επιθέσεις σε μετανάστες, συνδικαλιστές και πολιτικούς αντιπάλους.

Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν σήμανε αυτομάτως την εξαφάνιση των νεοναζιστικών δικτύων.

Σύμφωνα με έρευνα του MEGA, οι δύο κατηγορούμενοι για την Ελευσίνα φέρονται να συνδέονται με την Propatria. Το ίδιο ρεπορτάζ παρουσιάζει στοιχεία για τη διασύνδεση νεοναζιστικών ομάδων μέσα από διαδικτυακά κανάλια επικοινωνίας, κοινές δραστηριότητες και εκδηλώσεις.

Αυτές οι αποκαλύψεις δείχνουν ότι η οργανωμένη ακροδεξιά δραστηριότητα παραμένει ένα υπαρκτό ζήτημα, ανεξάρτητα από την ποινική έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται ένα δεύτερο πρόβλημα: η αρχική δημοσιογραφική διαχείριση της επίθεσης.

Το βράδυ της 8ης Οκτωβρίου, ορισμένα μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν το μαχαίρωμα ως απόπειρα ληστείας. Χαρακτηριστικό είναι δημοσίευμα του CNN Greece, με την υπογραφή της Μίνας Καραμήτρου, που απέδιδε την επίθεση σε προσπάθεια αφαίρεσης του κινητού τηλεφώνου. Πρόκειται για μια λανθασμένη απόδοση του εγκλήματος που θυμίζει το γνωστό «ρεπορτάζ» του Σκάι μετά τη δολοφόνια Φύσσα, όπου μεταδόθηκε ότι «τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο».

Οι συνήγοροι του θύματος ανέφεραν πράγματι και απόπειρα ληστείας, αλλά ταυτόχρονα κατήγγειλαν σαφώς την πολιτική στόχευση και τη ναζιστική ιδεολογία των κατηγορουμένων.

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η αρχική παρουσίαση ως ληστείας υπαγορεύτηκε από την πολιτική ηγεσία ή ότι ασκήθηκαν πιέσεις στους δημοσιογράφους. Παραμένει, ωστόσο, ουσιαστικό ερώτημα ποια ήταν η αρχική ενημέρωση που έδωσε η Αστυνομία και γιατί η πολιτική διάσταση δεν εμφανίστηκε εξαρχής σε ορισμένα ρεπορτάζ.

Η δικαστική κρίση δεν καταργεί την πολιτική ευθύνη

Κανείς δεν ζητά από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να υποκαταστήσει τους δικαστές. Αλλά άλλο πράγμα είναι η τεκμηρίωση της ποινικής ευθύνης και άλλο η πολιτική αναγνώριση του χαρακτήρα μιας επίθεσης με συγκεκριμένα, δημόσια γνωστά στοιχεία.

Όταν ένας άνθρωπος στοχοποιείται λόγω των αντιφασιστικών του απόψεων, όταν δέχεται μαχαιριές και όταν ακούγεται ένας από τους επιτιθέμενους να αυτοπροσδιορίζεται ως φασίστας, η αναγνώριση αυτών των στοιχείων δεν αποτελεί δικαστική καταδίκη.

Αποτελεί πολιτική τοποθέτηση και αναγνώριση του αυτονόητου.

Και η επιλεκτική επίκληση της αναμονής της δικαστικής απόφασης γεννά ένα εύλογο ερώτημα: γιατί η προϋπόθεση αυτή τίθεται τόσο αυστηρά στην Ελευσίνα, ενώ δεν είχε τεθεί όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήριζε φασιστικές άλλες ενέργειες, για τις οποίες δεν είχαν υπάρξει δικαστικές αποφάσεις;

Η ανησυχία αποκτά ευρύτερη πολιτική σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ηλίας Κασιδιάρης, καταδικασμένος για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, επανέρχεται στην πολιτική επικαιρότητα και ανοίγει εκ νέου η συζήτηση για το αν θα μπορέσει να συμμετάσχει σε επόμενες εκλογές.

Οι σχετικές αποφάσεις ανήκουν στα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα, με βάση το Σύνταγμα και τη νομοθεσία. Την ίδια στιγμή, η εκτελεστική εξουσία εξακολουθεί να έχει θεσμικό ρόλο στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.

Και ελπίζουμε η σημερινή στάση της Νέας Δημοκρατίας να μην προδιαγράφει όσα θα ακολουθήσουν όταν κριθεί η ενδεχόμενη εκλογική παρουσία του Ηλία Κασιδιάρη, του «βολικού τους αντιπάλου», όπως λένε κάποιες κακές γλώσσες.

Η ναζιστική βία δεν αντιμετωπίζεται με γενικόλογες δηλώσεις περί καταδίκης κάθε παρανομίας, όταν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία πολιτικής στοχοποίησης. Χρειάζεται δημόσια αναγνώριση, διερεύνηση, λογοδοσία και πολιτική απομόνωση.

Ο επόμενος Παύλος Φύσσας πρέπει να ζήσει.

Και στο τέλος μένει το ερώτημα που η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου δεν μπορεί να αποφύγει:

Δηλαδή για τον Παύλο Φύσσα θα έπρεπε, προτού μιλήσουμε για φασιστική δολοφονία, να περιμένουμε να τελεσιδικήσει;

Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οποιοδήποτε ζήτημα, διευκρίνιση ή για να υποβάλλετε κείμενο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: [email protected]

Οδηγίες για την υποβολή κειμένων στο site Jacobin Greece

Newsletter-title3