icon-menu1
Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας” Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας” Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας”
Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας” Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας” Μέντορες-Συντονιστές: “Ας μην μπούμε παρακαλώ σε θέματα ουσίας”

Το PISA ως εργαλείο επιβολής εκπαιδευτικών πολιτικών του ΟΟΣΑ

Με αφορμή την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του PISA, είδαμε πρόσφατα σειρά δημοσιευμάτων ή και πρωτοσέλιδα «χτυπήματα» που έδιναν εικόνα καταστροφής στην ελληνική εκπαίδευση, καλώντας παράλληλα σε επείγουσες ενέργειες για τη διάσωση του «ασθενούς».  Οι τίτλοι εντυπωσιακοί:  «Κάτω από τη βάση η Παιδεία» (εικ.1),  «Πέφτοντας από τον πύργο της PISA» (!) και οι διαπιστώσεις τραγικές («Από το κακό στο χειρότερο οδεύει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα»)

Εικόνα 1: «Κάτω από τη βάση η Παιδεία.»
Εικόνα 1: «Κάτω από τη βάση η Παιδεία.»

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Τι είναι το PISA, τελικά;

Τα αρχικά σημαίνουν «Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών» (Programme for International Student Assessment) Πρόκειται για πρόγραμμα που διοργανώνει ο ΟΟΣΑ σε μια σειρά από χώρες, πολλές από τις οποίες δεν είναι μέλη του, με σκοπό τον έλεγχο της επάρκειας γνώσεων των μαθητών ηλικίας 15 χρονών.  Τα τεστ διοργανώνονται ανά τριετία (εκτός της περιόδου Covid). Την τελευταία φορά έλαβαν μέρος 81 χώρες και «οικονομίες» (καθώς ο ΟΟΣΑ δέχεται και παράδοξες περιπτώσεις, όπως το Μακάο, το Χονγκ-Κονγκ ή παλιότερα η Σαγκάη, που δεν είναι  κράτη…).  Πολλά έχουν ειπωθεί για τον ρόλο του PISA, θετικά ή αρνητικά, αλλά είναι καλύτερα να αφήσουμε τον ίδιο τον Andreas Schleicher, επικεφαλής του προγράμματος να περιγράψει το ρόλο του:

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ο PISA έχει γίνει το κορυφαίο κριτήριο παγκοσμίως για τη σύγκριση της ποιότητας, της ισότητας και της αποτελεσματικότητας των μαθησιακών αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών και μια σημαντική δύναμη για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Βοήθησε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να μειώσουν το κόστος της πολιτικής δράσης υποστηρίζοντας δύσκολες αποφάσεις με στοιχεία -αλλά αύξησε επίσης το πολιτικό κόστος της αδράνειας αποκαλύπτοντας τομείς όπου η πολιτική και η πρακτική δεν ήταν ικανοποιητικές.

Με δυο λόγια, ο επικεφαλής του προγράμματος δηλώνει ρητά ότι ο PISA αποτελεί μοχλό πολιτικής πίεσης προς την επιβολή των εκπαιδευτικών πολιτικών που προωθεί ο ΟΟΣΑ.  Πώς άραγε επιτυγχάνεται αυτό;

Το «σοκ του PISA»

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον «Guardian» στις 6-5-2014, 83 ακαδημαϊκοί από όλον τον κόσμο περιγράφουν τη βλαπτική επίδραση του PISA στην εκπαίδευση:

Τα αποτελέσματα του PISA […] αναμένονται με αγωνία από τις κυβερνήσεις, τους υπουργούς Παιδείας και τις συντακτικές επιτροπές των εφημερίδων, και αναφέρονται ως θεσμικά βαρύνουσας σημασίας  σε αμέτρητες εκθέσεις πολιτικής. Έχουν αρχίσει να επηρεάζουν βαθιά τις εκπαιδευτικές πρακτικές σε πολλές χώρες. Ως αποτέλεσμα του PISA, οι χώρες αναθεωρούν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα με την ελπίδα να βελτιώσουν την κατάταξή τους. Η έλλειψη προόδου όσον αφορά τον PISA έχει οδηγήσει κυβερνήσεις στο να δηλώσουν ότι το εκπαιδευτικό τους σύστημα βρίσκεται σε κρίση και σε «PISA shock» σε πολλές χώρες, όπου ακολουθούν εκκλήσεις για παραιτήσεις και εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις σύμφωνα με τις επιταγές του PISA.

To «PISA shock», που αναφέρεται στο άρθρο, είναι αυτό ακριβώς που προσπαθούν να επιτύχουν τα πρωτοσέλιδα τα οποία είδαμε πρόσφατα στην Ελλάδα.  Όπως φαίνεται όμως, η δραματική παρουσίαση των αποτελεσμάτων δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο (εικ. 2)

Εικόνα 2
Εικόνα 2

Ο στόχος είναι ακριβώς αυτός που περιγράφεται στο άρθρο: εικόνα βαθιάς κρίσης, πρόκληση ηθικού πανικού και αίσθησης αναγκαιότητας για άμεσες θεραπείες-σοκ. Αυτό βεβαίως κατά παρέκκλιση από τις επιστημονικά αποδεκτές πρακτικές σχεδιασμού, εφαρμογής και αποτίμησης εκπαιδευτικών πολιτικών, σύμφωνα με τις οποίες οι παρεμβάσεις στα εκπαιδευτικά συστήματα αφενός απαιτούν προσεκτική προετοιμασία, αφετέρου αξιολογούνται ως προς τα αποτελέσματά τους σε βάθος δεκαετίας τουλάχιστον.

Όμως κανένα περιθώριο για ψύχραιμη σκέψη δεν αφήνεται, καθώς οι επικοινωνιακοί μηχανισμοί που προωθούν τις απόψεις του ΟΟΣΑ ασκούν ασφυκτικές πιέσεις, αυξάνοντας το «πολιτικό κόστος της αδράνειας», όπως χαρακτηριστικά είδαμε ότι λέει παραπάνω ο κύριος Schleicher.

Πρόκειται ξεκάθαρα για νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό με επίφαση αντικειμενικότητας και υποτιθέμενης επιστημονικής βάσης, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει μεθόδους παραπληροφόρησης, όπως τα παραπλανητικά γραφήματα.

Έχετε δει πιθανότατα τα γραφήματα που παρουσιάζουν τις επιδόσεις της χώρας μας να κατακρημνίζονται, δίνοντας εικόνα καταστροφής (εικ 3).

Εικόνα 3. Παραπλανητικό γράφημα.
Εικόνα 3. Παραπλανητικό γράφημα.

Υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια σε αυτά: στο κατακόρυφο άξονα η κλίμακα δεν ξεκινά από το μηδέν αλλά απεικονίζει το τμήμα 420-520. Στα άλλα γραφήματα βλέπουμε ακριβώς τα ίδια δεδομένα σε κατακόρυφες κλίμακες που ξεκινούν κανονικά, από το μηδέν (εικ. 4).

Εικόνα 4 για σύγκριση.
Εικόνα 4 για σύγκριση.

Εκεί μπορεί κανείς να καταλάβει ότι η διακύμανση είναι στην πραγματικότητα μικρή. Αλλά είπαμε, σκοπός είναι η δημιουργία πανικού και αίσθησης επείγουσας ανάγκης για θεραπείες-σοκ.

Ποια είναι η «θεραπεία»;

Όταν πλέον το σοκ έχει επιδράσει και έχει γίνει πια αποδεκτό ότι η ανάγκη παρεμβάσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι επιτακτική, έρχεται η ώρα των ιδιωτών.  Πολυεθνικές εταιρίες που συνεργάζονται με τον ΟΟΣΑ είναι έτοιμες να προσφέρουν τεχνογνωσία στις χώρες που επιζητούν τη βελτίωση των επιδόσεών τους στον PISA, με το αζημίωτο φυσικά, απορροφώντας σημαντικά ποσοστά των κρατικών προϋπολογισμών για την Παιδεία.

Όμως, πέρα από το οικονομικό σκέλος, οι επιπτώσεις είναι σοβαρές στην ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία.  Περισσότερα τεστ, τυποποιημένα εκπαιδευτικά σενάρια που παρέχουν οι «προμηθευτές», αντίστοιχα λιγότερη αυτονομία στους εκπαιδευτικούς και γενικότερα εντατική προετοιμασία, μονοδιάστατα προσανατολισμένη στα τεστ «τύπου PISA».  Πιθανότατα κάτι τέτοιο προετοιμάζει το δικό μας ΥΠΑΙΘ, όπως αφήνουν να διαρρεύσει οι κύκλοι του.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις χώρες της Άπω Ανατολής που διακρίνονται στον PISA, υπάρχει η παράδοση των «cram schools», μιας υβριδικής μορφής σχολείου/φροντιστηρίου (όπου cram σημαίνει «σπάω» στο διάβασμα, για να πάρουμε μια ιδέα περί τίνος πρόκειται…). Η εντατικοποίηση είναι απαραίτητο συστατικό της συνταγής για την «επιτυχία».  Στη Νότια Κορέα το 88% των μαθητών πρωτοβάθμιας και το 62% της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έκαναν ιδιαίτερα μαθήματα το 2013, ενώ την ίδια χρονιά δαπανήθηκε σε ιδιαίτερα μαθήματα το 2,3% του ΑΕΠ της χώρας (Meyer 2013).  Τώρα –όλως παραδόξως– οι κύκλοι του ΥΠΑΙΘ λένε ότι οι «εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ» δηλώνουν «κατάπληκτοι» για τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα στην Ελλάδα…

Προς τι όλα αυτά;  Αξίζει τον κόπο (και τα έξοδα);

Ένα βασικό αποτέλεσμα της συνταγής του ΟΟΣΑ είναι η –περαιτέρω– αύξηση του άγχους, με σημαντικό κόστος στην ψυχική υγεία μαθητών και προσωπικού, δημιουργώντας προβλήματα που σχετίζονται με κατάθλιψη, αυτοκτονίες και πτώση του ενδιαφέροντος των μαθητών για τη μάθηση. Παρά το γεγονός ότι το PISA υποτίθεται πως ελέγχει επάρκεια, στην πραγματικότητα πρόκειται για διαγωνισμό και ως τέτοιος αναφέρεται στους τίτλους της επικαιρότητας.  Δεν είναι τυχαίο ότι το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε επί Ομπάμα στις ΗΠΑ, με σκοπό τη βελτίωση των επιδόσεων στο PISA είχε τον τίτλο «αγώνας προς την κορυφή» («race to the top»).

Σκοπός δεν είναι να μάθουμε καλύτερα αλλά να γράψουμε μεγαλύτερο σκορ από τους άλλους.  Σε αυτό το πνεύμα εντάσσεται ο σχεδιασμός του ΥΠΑΙΘ, που θέτει ως στόχο  «η Ελλάδα να σταματήσει να καταγράφει επιδόσεις κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ στον γνωστό διαγωνισμό».

Ο ΟΟΣΑ, όπως δηλώνει και το όνομά του άλλωστε, είναι ένας οργανισμός που προσεγγίζει την εκπαίδευση με καθαρά οικονομικούς όρους.  Τα στελέχη του βλέπουν το PISA ως «μέτρηση της εισροής του ανθρώπινου κεφαλαίου στην οικονομία» (Meyer 2013).

Ακόμα και αν κανείς πάρει στα σοβαρά τον αμφιλεγόμενο ισχυρισμό ότι αυτά τα τεστ μπορούν προβλέψουν αξιόπιστα τη μελλοντική εξέλιξη των σημερινών 15χρονων, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά, η Παιδεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα απλά οικονομικό εγχείρημα.  Το θέμα δεν είναι μόνο να προετοιμάζουμε ανθρώπους που θα είναι οικονομικά αποτελεσματικοί (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) αλλά ταυτόχρονα μελλοντικούς πολίτες που θα είναι σε θέση να κρίνουν και να συναποφασίζουν υπεύθυνα για κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα.

Η εκπαίδευση και ο χαρακτήρας της έχουν μια σαφή πολιτισμική διάσταση.  Το να περιορίζουμε τα κριτήρια αξιολόγησης σε λίγα γνωστικά πεδία (Μαθηματικά, Ανάγνωση, Φυσικές Επιστήμες), αφιερώνοντας σε αυτά δυσανάλογα πολύ χρόνο και ενέργεια για εντατική προετοιμασία, εις βάρος της Τέχνης, της Φιλοσοφίας, των Κοινωνικών Επιστημών, και άλλων πεδίων που αποτελούν πυλώνες του Δυτικού Πολιτισμού εδώ και αιώνες, αποτελεί βήμα προς την άμβλυνση της κριτικής ικανότητας των μαθητών, υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο τον ήδη περιορισμένο ρόλο που θα κληθούν να διαδραματίσουν ως μελλοντικοί πολίτες.

Αυτό επισημαίνει, μεταξύ άλλων η Diane Ravitch, πρώην υπέρμαχος των νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών και επίσης πρώην υπουργός Παιδείας επί G.W. Bush, όταν λέει:

Η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθούμε αναστατώνει τις κοινότητες, κατεδαφίζει σχολεία, εξαπατά τους μαθητές όσον αφορά την πρόοδό τους και δημιουργεί ένα ιδιωτικό τομέα που προοπτικά θα υπονομεύσει τα κρατικά σχολεία, χωρίς να τα βελτιώνει.  Το σημαντικότερο όμως είναι πως δεν παράγουμε μια γενιά μαθητών με περισσότερες γνώσεις και καλύτερα προετοιμασμένους για τις ευθύνες που θα κληθούν να αναλάβουν ως πολίτες.  Και αυτός είναι ο λόγος που άλλαξα γνώμη για την πορεία της τρέχουσας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Γιατί όμως η Ravitch, που μεταστράφηκε σε σφοδρή επικρίτρια της εκπαιδευτικής πολιτικής των Μπους και Ομπάμα, αναφέρεται σε «εξαπάτηση» των μαθητών όσον αφορά την πρόοδό τους;  Γιατί η ο μονομερής προσανατολισμός στα θέματα που εξετάζει ο PISA αφήνει να παιδιά χωρίς βασικές γνώσεις για τον κόσμο που τα περιβάλλει.

Φαίνεται ωστόσο πως ακόμα και τα υψηλά σκορ, στα περιορισμένα έστω γνωστικά πεδία που ελέγχονται από τον διαγωνισμό, δεν αντιστοιχούν σε υψηλό γνωστικό επίπεδο.  Μια σειρά από ευρήματα σχετικά με τα αποτελέσματα του διαγωνισμού στο πεδίο των Φυσικών Επιστημών είναι από ενδιαφέροντα έως και προκλητικά, όπως ότι οι επιδόσεις:

  • Δεν σχετίζονται με το μέγεθος των τάξεων και τις δαπάνες για την εκπαίδευση.
  • Δεν σχετίζονται με τις ώρες διδασκαλίας του αντικειμένου στο ωρολόγιο πρόγραμμα.
  • Σχετίζονται αρνητικά με τις μεθόδους διερευνητικής μάθησης (Inquiry-Based Science Education) και τις εργαστηριακές-πειραματικές δραστηριότητες. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και παράδοξο εύρημα, καθώς σύμφωνα με  τη γενικά παραδεκτή άποψη στην επιστημονική κοινότητα, αυτές οι μέθοδοι επιτυγχάνουν τα καλύτερα δυνατά μαθησιακά αποτελέσματα.  Φαίνεται ότι μπορεί κανείς να επιτύχει μεγάλα σκορ στο PISA χωρίς απαραίτητα να έχει πολύ καλή γνώση του αντικειμένου…
  • Σχετίζονται αρνητικά με το ενδιαφέρον των μαθητών για το αντικείμενο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Φινλανδίας, η οποία όταν πρώτευσε το 2006 ήταν τελευταία στον δείκτη «ενδιαφέρον για την επιστήμη» (εικ. 5, 6).
Εικόνα 5. Το σκορ της Φινλανδίας στο αντικείμενο.
Εικόνα 5. Το σκορ της Φινλανδίας στο αντικείμενο.
Εικόνα 6. Το ενδιαφέρον των μαθητών της Φινλανδίας για το αντικείμενο...
Εικόνα 6. Το ενδιαφέρον των μαθητών της Φινλανδίας για το αντικείμενο…

 

 

 

 

 

 

 

Θα έλεγε κανείς ότι η στάση των παιδιών είναι παρόμοια με εκείνη του ασθενούς που κλείνει τη μύτη και καταπίνει ένα φάρμακο με απαίσια γεύση και μυρωδιά…

Συμπερασματικά, το PISA αποτελεί εργαλείο επιβολής εκπαιδευτικών πολιτικών που ζημιώνουν την εκπαίδευση, παγκοσμίως.  Η επιβολή μεθοδεύεται μέσα από επικοινωνιακές τακτικές που δίνουν επίφαση αντικειμενικής τεκμηρίωσης στα σκορ του διαγωνισμού, προκαλούν εν θερμώ παρεμβάσεις-σοκ, οδηγούν σε σπατάλη δημόσιων κονδυλίων και σε αρνητικά αποτελέσματα για τη μόρφωση των παιδιών και την ευζωία τους.  Μεταφέρει στα σχολεία τη νοοτροπία και την πρακτική του ανταγωνισμού, δηλητηριάζοντας το παιδαγωγικό κλίμα.

Αυτό που στην πραγματικότητα χρειάζονται τα εκπαιδευτικά συστήματα, είναι  ψύχραιμες αποτιμήσεις των εφαρμοζόμενων πολιτικών και προσεκτικός σχεδιασμός των όποιων διορθωτικών κινήσεων.  Πάνω από όλα, χρειάζονται ηρεμία στη σχολική κοινότητα και καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας μεταξύ των μελών της.  Μέσα από τη συνεργασία και τη συλλογική προσπάθεια προχωρούν οι κοινωνίες και η ίδια η γνώση.

Αναφορές:

-Svein Sjoberg, 2017. PISA testing.  A Global Educational Race?

-Heinz- Dieter Meyer, 2013.  OECD’s PISA: A Tale of Flaws and Hubris

Ο Παναγιώτης Σάμιος διδάσκει Φυσική στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Επιμέλεια: Σωτήρης Σιαμανδούρας

Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας για οποιοδήποτε ζήτημα, διευκρίνιση ή για να υποβάλλετε κείμενο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: jacobingreece@gmail.com

Οδηγίες για την υποβολή κειμένων στο site Jacobin Greece

Newsletter-title3